Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατιούσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατιούσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Η Φύρομ είναι Φυρομική

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 19/01/2018]


Aκολουθεί πραγματικό περιστατικό από τα βάθη της δεκαετίας του ’00. Από τη ΛΔ του Βορρά που λέει και ο Σφυροδρέπανος.

Είναι 1ο εξάμηνο στη σχολή μου, στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, και όπως συνηθίζεται στην έναρξη της φοιτητικής ζωής κάνεις επιφανειακή/casual παρέα με τους πάντες, μέχρι τελοσπάντων να δημιουργήσεις ψιλοσταθερές φιλίες και σαφείς παρέες με τις οποίες μοιράζεσαι κοινά ενδιαφέροντα. Ή μέχρι να γνωρίσεις εαακίτες και να βρίζεστε για τα πολιτικά, διακόπτοντας πού και πού το βρίσιμο με τσούγκρισμα των ποτηριών με τα ρακόμελα. Μετά από μια μέρα γεμάτη «εργαστήρια» και «θεωρίες» λοιπόν έρχεται η σειρά του καφέ πέριξ της Καμάρας. Το τραπέζι περιλαμβάνει 6-7 άτομα, τα περισσότερα απολιτίκ οπότε στην πλευρά που κάθομαι δημιουργείται ένα αυτοτελές πηγαδάκι που αρχίζει να ψηλαφεί πολιτικά θέματα. Αποτελείται από το Γιώργο, τον νεοδημοκράτη (όχι δαπίτη, αλλά ξερωγώ ήπιο ψηφοφόρο ΝΔ), τον Πέτρο, κατά δήλωσή του αναρχικό, και εμένα, το Στρώμα, μέλος της ΚΝΕ εκείνη την εποχή. Και κάπως τα φέρνει η κουβέντα και αρχίζουμε να μιλάμε για την ακατανόμαστη χώρα βόρεια της Ελλάδας. Εδώ όμως είναι η πλάκα, μιλάμε μεν για το ίδιο θέμα, αλλά χρησιμοποιώντας τρεις διαφορετικές ορολογίες. Ο νουδοκράτης βλαχομπαρόκ εθνικολεβέντης γιος ροδακινοπαραγωγού από τη Σκύδρα Πέλλης λέει συνέχεια «Σκόπια», ο αναρχικός από την Αλεξανδρούπολη λέει «Μακεδονία» και εγώ ο ψιλοβέρος Θεσσαλονικιός, σαν αιώνιος κεντριστής/ισορροπιστής χρησιμοποιώ τον επίσημο όρο του ΟΗΕ «Φύρομ» (Φύρομ, σαν πιο εύηχο απ’ το ΠΓΔΜ). Προσοχή, δε μαλώνουμε, κουβέντα κάνουμε, κανείς δεν υψώνει τον τόνο της φωνής, επικρατεί πλήρως το σαβουάρ το βιβρ και το κομ το ιλφό, και η συζήτηση συνεχίζεται ανέμελα, ψυχρά, δανέζικά, σουηδικά, κάπως έτσι:

-Πάντως τα Σκόπια μας έχουνε ανάγκη. Ξέρεις πόσοι Έλληνες έχουν ανοίξει εταιρείες στα Σκόπια;

-Δεν είναι θέμα «ανάγκης» αλλά εννοείται ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις κάνουν πάρτυ στη Φύρομ. Τα ΕΛΠΕ πρώτα-πρώτα.
-Ε, αφού τα Σκόπια συντηρούνται από μας, να τους κάνουμε εμπάργκο όπως το ‘94.
-Γιατί ρε φίλε, τι σου φταίνε οι φτωχοί Μακεδόνες; Πρώτα αυτούς θα πονέσει το εμπάργκο.
-Εγώ δεν ξεχωρίζω τους Σκοπιανούς σε φτωχούς και πλούσιους. Όποιος θέλει να μου κλέψει το όνομα και την ιστορία μου είναι εχθρός μου, τέλος.
-Γιώργο, τώρα σοβαρά, είσαι υπέρ του να μπουκάρουμε στη Φύρομ;
-Δεν ξέρω για σας εγώ ούτε για τη Μακεδονία ούτε για την Κύπρο πολεμάω. Άμα γίνει επιστράτευση παίρνω το αεροπλάνο και «γεια σας».
-Ναι Πέτρο, εσένα θα περιμένουν στο αεροδρόμιο, «με το ρολόι» μήπως και φανείς. Έτσι και γίνει η μαλακία και κηρυχτεί επιστράτευση κλείνουν σύνορα, κλείνουν λιμάνια, κλείνουν τα πάντα. Πάντως ούτε εγώ πάω να πολεμήσω για να τιμωρήσω τους φυροματζήδες.
-Εγώ δε σας είπα πόλεμο, αλλά αυτό που κάθε Πάσχα γεμίζει η αγορά αρνιά από τα Σκόπια είναι απαράδεκτο.
-Ίδιο χόρτο βοσκάνε και στο Κιλκίς και στη Φύρομ ρε Γιώργο, τι ντόπια και τι ξένα τώρα…
-Εγώ πάντως αρνί Σκοπίων δε βάζω στο τραπέζι μου.
-Εγώ δεν τρώω γενικά αρνί, αλλά γουρούνι Φύρομ ευχαρίστως.
-Εγώ είμαι βήγκαν.

Ήταν η εποχή που η φράση «είμαι βήγκαν» δεν είχε αποκτήσει τον «καλτ» σημερινό χαρακτήρα, οπότε οι κρεοφάγοι κνίτης και νεοδημοκράτης δε γελάσαμε, παγώσαμε απλώς λίγο. Μη σας τα πολυλογώ κάπως έτσι συνεχίστηκε η κουβέντα μέχρι να αλλάξουμε θέμα όταν ο Γιώργος μας έβαλε να ακούσουμε το ρινγκ-τόουν του με κάποιο τραγούδι του Θάνου Πετρέλη. Εν τέλει μπορεί να μη μαλώσαμε αλλά μια αμοιβαία ψύχρανση τη νιώσαμε οι τρεις μας. Ο Γιώργος μάλλον μας θεώρησε εμένα και τον Πέτρο απάτριδες κατσαπλιάδες Εφιάλτες Πηλιογούσηδες, ο δε Πέτρος μάλλον με τσουβάλιασε μαζί με το Γιώργο σαν εθνίκι του ελέους. Μετά από λίγες εβδομάδες σταματήσαμε τους after school καφέδες. Έκτοτε «πετυχεστήκαμε» κατά καιρούς στο ΤΕΙ ή στο δρόμο, κυρίως με τον Πέτρο. Ο Γιώργος έμαθα ότι ασχολείται με τα ροδάκινα με τον πατέρα του ενώ τον Πέτρο τον πέτυχα τυχαία λίγο μετά τον Μαηούνη και μου είπε ότι θα ψηφίσει Αλαβάνο. Να πω ότι έπεσα απ’ τα σύννεφα, δεν έπεσα.

18 χρόνια από τη μέρα που έφυγε ο Γιώργος Γράψας

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 13/01/2017]


Ο Γιώργος Γράψας γεννήθηκε το 1953 στο χωριό Εξάνθεια της Λευκάδας, Από τα μαθητικά του χρόνια εντάχθηκε στο αντιδικτατορικό κίνημα. Παιδί φτωχής αγροτικής οικογένειας, δούλευε από μικρός το πρωί στην οικοδομή, ενώ το βράδυ πήγαινε σε νυχτερινό σχολείο. Δραστηριοποιήθηκε στο κίνημα των εργαζόμενων νυχτερινών μαθητών. Συμμετείχε στο αντιδικτατορικό κίνημα και στους αγώνες της μεταπολίτευσης μέσα απ’ τις γραμμές της ΚΝΕ. Το 1986 ανέλαβε γραμματέας της.
Την εποχή εκείνη μέσα στις γραμμές της Οργάνωσης παρατηρείται δυσφορία για κάποιες από τις πολιτικές κινήσεις του ΚΚΕ. Σύμφωνα με κάποιους πρόκειται για «φράξια». Σήμερα, οι συμμετέχοντες τότε σε αυτές τις ζυμώσεις αποδέχονται τον χαρακτηρισμό αυτό, προσδίδοντάς του θετικό πρόσημο. Τον Ιούνη του ’88 το 4ο Συνέδριο της ΚΝΕ αποκρυσταλλώνει αυτές τις θέσεις στο «Ενιαίο Μέτωπο Πάλης της Νεολαίας».


Παράλληλα οι εξελίξεις τρέχουν. Στο ΚΚΕ είναι ισχυρή η δεξιά σοσιαλδημοκρατική ομάδα (Ανδρουλάκης, Λαφαζάνης, Δραγασάκης κ.α.) που σε ορισμένες περιπτώσεις καταφέρνει να περνάει τις θέσεις της. Στα τέλη του χρόνου μετά από συζητήσεις μηνών το ΚΚΕ (το οποίο εκπροσωπείται στις διαβουλεύσεις αποκλειστικά από μέλη της εν λόγω ομάδας) και ΕΑΡ (πρώην ΚΚΕ «Εσωτερικού») συμφωνούν στο απαράδεκτο με τα σημερινά δεδομένα «Κοινό Πόρισμα», που στην ουσία ήταν προγραμματική βάση συγκρότησης του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου». Την ίδια ώρα οι τριγμοί στην Ανατολική Ευρώπη αυξάνουν ενώ στην Ελλάδα μαίνεται η σκανδαλολογία που φτάνει μέχρι και τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου. Μέσα σε αυτό το τοπίο ο Συνασπισμός κατέρχεται στις εκλογές του Ιούνη του ’89 και αποσπά το, κατώτερο των προσδοκιών, 13.1%. Χάρις το αρκετά αναλογικό σύστημα δεν προκύπτει αυτοδυναμία για κανένα κόμμα. Μετά από γύρους διαβουλεύσεων και με κίνδυνο παραγραφής των πασοκικών σκανδάλων ΝΔ, Συνασπισμός και ΔΗΑΝΑ (Κ. Στεφανόπουλος) συμφωνούν σε κυβέρνηση μερικών μηνών με στόχο την παραπομπή των αξιωματούχων του ΠΑΣΟΚ σε δίκη.
Στις 15 Σεπτεμβρίου ξεκινούν οι κεντρικές εκδηλώσεις του 15ου Φεστιβάλ της ΚΝΕ στην Αθήνα. Στις 16, στην κεντρική του ομιλία ο Γραμματέας της ΚΝΕ σημειώνει ότι η κυβέρνηση Τζαννετάκη «δημιούργησε αντικειμενικά ένα σοκ όχι μόνο για τον κόσμο της Αριστεράς αλλά σχεδόν για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας» και συνεχίζει: «Δεν είναι μυστικό ότι στην ΚΝΕ υπάρχει πλούτος προβληματισμών και απόψεων ή και διαφωνίες για σοβαρά ζητήματα. Και λοιπόν; Τα πολιτικά νεκροταφεία είναι γεμάτα ομοφωνίες και ομοψυχίες. Η ΚΝΕ είναι μόλις 21 χρόνων, στα καλύτερα της χρόνια, και δεν σκοπεύει να συνταξιοδοτηθεί σύντομα». Μετά απ’ αυτή τη δημόσια διαφοροποίηση η ΚΕ του ΚΚΕ προχωρά στην καθαίρεση του ΚΣ της ΚΝΕ. Κατά την έξοδό του από τη συνεδρίαση ο Γ. Γράψας ρωτάται απ’ τους δημοσιογράφους: «Θα υπακούσετε στην απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής;» και απαντά: «Φυσικά και δεν θα υπακούσω». Τους επόμενους μήνες/χρόνια η ΚΝΕ επανασυγκροτείται αργά και βασανιστικά, και με μεγαλύτερη ενάργεια μετά το ’91 και τη φυγή και των «ανανεωτών».
Στις 5 Νοέμβρη διεξάγονται εκλογές που και πάλι δεν αναδεικνύουν νικητή. Συγκροτείται Οικουμενική Κυβέρνηση μέχρι τον Απρίλη του ‘90.
Στις 21 Νοέμβρη 1989, οχτώ μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ παραιτούνται (Κ. Τζιαντζής, Άγγ. Χάγιος, Θ. Σκαμνάκης κα). Στις αρχές του 1990 ο Γ. Γράψας και άλλα πρώην στελέχη της ΚΝΕ και του ΚΚΕ (Δ. Δεσύλλας, Κ. Κάππος κ.α.) προχωρούν στην ίδρυση του Νέου Αριστερού Ρεύματος (ΝΑΡ). «Κακώς φύγαμε τότε», θα σημειώσει αργότερα κάποιος απ’ τους λιγότερο διάσημους αποχωρήσαντες σε κατ’ ιδίαν συζήτηση. Δε θα μάθουμε ποτέ τι θα γινόταν το ’91 στη μεγάλη διάσπαση με τον Συνασπισμό αν ακόμα υπήρχε συμπαγής ΚΝΕ.


Παρ’ όλα αυτά την άνοιξη του ‘90 «Το ΝΑΡ έχει ιδρυθεί με όλες τις αντιφάσεις του» όπως σημειώνεται στην ιστοσελίδα του. Και οι αντιφάσεις αυτές ήταν πολλές θα σημειώσουμε εμείς και θα διατρέξουν όλη την ιστορία του μέχρι σήμερα. Και κριτική προς τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», και απόρριψη του «γραφειοκρατικού οργανωτικού μοντέλου», και διακηρύξεις για «επαναθεμελίωση» και αναζήτηση «νέων επαναστατικών υποκειμένων» και «νέα εργατική βάρδια» και θεωρητικές ακροβασίες και ανακαλύψεις νέων σταδίων «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» και «ΑΕΜ» και «μεταβατικό πρόγραμμα» και «αντίστροφη ιεράρχηση».

Ο Γιώργος Γράψας ήταν πατέρας και παιδί όλων των παραπάνω.

Θα φύγει σαν χτες, 12 Γενάρη του 2000, μετά από μακρόχρονη ασθένεια.

Νόμος είναι το δίκιο του δικηγόρου

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 27/11/2017]


Είναι Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017 και ώρα 10 π.μ. και στο φουαγιέ του 1ου ορόφου γνωστού ξενοδοχείου της συμπρωτεύουσας με όνομα που παραπέμπει σε πρώην υπουργό του ΠΑΣΟΚ επικρατεί συνωστισμός, λίγο μικρότερος από αυτόν που επικρατούσε στο λιμάνι της Σμύρνης το ’22.

 Η μέρα ξεκινάει με χαλαρά πηγαδάκια έξω από το χώρο όπου διεξάγονται οι εκλογές

Ένα σμάρι αποτελούμενο από δεκάδες υποψηφίους και ψηφοφόρους συνδιαλέγεται, χαριεντίζεται, χασκογελάει, βγαίνει σέλφιζ, με μία λέξη «παραγοντίζει». Κοινό τους χαρακτηριστικό; Είναι όλοι τους δικηγόροι, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Οι περισσότεροι φορώντας τα ακριβά κοστούμια τους ή τα συντηρητικά αλλά κομψά ταγέρ τους αλλά και αρκετοί με πιο casual outfit, ακόμα και φόρμες γυμναστηρίου είχε το μενού. «Σήμερα» μας λέει ο Θανάσης, νεαρός δικηγόρος και υποψήφιος ο ίδιος «αρκετοί έρχονται να ψηφίσουν με πιο απλό ντύσιμο, αύριο Δευτέρα θα έρθουν οι περισσότεροι ατσαλάκωτοι, πριν ή μετά το γραφείο ή το Δικαστήριο».


Λίγο αργότερα αρχίζουν να διαμορφώνονται τα πρώτα πηγαδάκια στο φουαγιέ




…το οποίο φουαγιέ θυμίζει επικίνδυνα πανεπιστήμιο σε μέρα φοιτητικών εκλογών

Το πανηγύρι που στήνεται αυτές τις δυο μέρες θυμίζει σκηνικό φοιτητικών εκλογών, λιγότερο (βασικά καθόλου) βίαιο και σχετικά ευπρεπέστερο (αυτό με μεγάλη επιφύλαξη). Είδαμε και πάλι τα τραπεζάκια των παρατάξεων, μετά το προηγηθέν «μοίρασμα των χώρων», αλλά δεν είδαμε να ανταλλάσσονται «σούτια» ή «μπουκέτα», ούτε καν παραινέσεις για σεξουαλικές συνευρέσεις των μητέρων των υποψηφίων. Αυτά είναι για αλλού. Οι όποιες αντεγκλήσεις ήταν ήπιες, και κινούνταν σε πνεύμα δικηγορίστικης αβρότητας: «Μα σε παρακαλώ Γιώργο μου…» ή «Τούλα μου, γνωριζόμαστε τόσα χρόνια, αν είναι δυνατόν…». Αυτές είναι οι διαφορές, πάμε τώρα στις ομοιότητες.

Επειδή και οι δικηγορίνες καμιά φορά δεν έχουν που να αφήσουν τα παιδιά τους, τα φέρνουν στην κορυφαία αυτή διαδικασία

…από την οποία δε λείπουν ούτε οι τετράποδοι φίλοι μας (σχόλιο διπλής ανάγνωσης)

Στις εκλογές του ΔΣΘ κατεβαίνουν 11 παρατάξεις και 12 υποψήφιοι πρόεδροι. Μη σας φαίνεται περίεργο, αυτή η παραδοξότητα οφείλεται στο εντελώς αστείο προσωποπαγές εκλογικό σύστημα που ορίζει διαφορετική κάλπη για τους συμβούλους και διαφορετική για τον πρόεδρο. Έτσι ο ψηφοφόρος μπορεί να ψηφίσει έναν «δεξιό» για πρόεδρο αλλά έναν «αριστερό» για σύμβουλο ενώ, τεχνικά μιλώντας, μπορεί να εκλεγεί πρόεδρος κάποιος χωρίς να έχει καθόλου συμβούλους στο ΔΣ ώστε να υπερψηφίζουν τις εισηγήσεις του. Στα χαρτιά επίσης, όλες οι παρατάξεις είναι ανεξάρτητες και «ακομμάτιστες» με την εξαίρεση αυτής που υποστηρίζεται απ’ το ΚΚΕ και δεν έχει κανένα κόμπλεξ να δηλώσει την ταυτότητά της, είδαμε μάλιστα «Ριζοσπάστες» να βρίσκονται στο τραπεζάκι της. Παρόμοια κατάσταση, αν και όχι τόσο κομματικά ευθυγραμμισμένη, και με την παράταξη που πρόσκειται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ η οποία συσπειρώνει μέχρι και… «αναρχικούς». Από ‘κει και πέρα ακολουθεί ένα αμάλγαμα με 2-3 παρατάξεις με αναφορά στο χώρο της ΝΔ (ο νομικός κόσμος αποτελούσε πάντα προνομιακό πεδίο για τη δεξιά) για το χρίσμα της οποίας οι απόψεις διίστανται. Άλλους φέρεται να στηρίζει ο Κυριάκος, άλλους η ντόπια «τοπική». Μύλος. Πιο «μύλος» όμως τα πράγματα στην «κεντροαριστερά» που κατεβαίνει με 3-4 ψηφοδέλτια άλλα πιο πασοκίσια, άλλα πιο νουδοπασοκίσια, αλλά και ένα ποταμίσιο. Από κοντά και η παράταξη του Σύριζα (που έχει προϊστορία νίκης στην πόλη) και η νεοπαγής της ΛΑΕ να συμπληρώνουν το κάδρο μαζί με 1-2 ημιγραφικούς του αστικού χώρου. «11 παρατάξεις, 2 πολιτικές» που λέει και ένα παλιό μότο.

Χαμογελαστά πρόσωπα στο προωθητικό υλικό των συνδυασμών

Εδώ ο συριζαίος υποψήφιος πιάνει τον παλμό που θέλει τον σύγχρονο άντρα μαλωμένο με τις εταιρείες Prosar και Gilette

…αλλά ο πασόκος υποψήφιος τον υπερκερνά με γένια τριών ημερών και χαλαρή γραβάτα (έτοιμος να την πετάξει και “δεν-ξέρω-και-γω-τι-θα-γίνει” μετά)

Το κλίμα όπως είπαμε έχει έντονα φοιτητικά στοιχεία. Αλλά περισσότερο έμοιαζε θα λέγαμε με δημοτικές εκλογές στην Ελασσόνα ή την Κάτω Αχαγιά, όπου το ρόλο των τυρεμπόρων ή των αποστακτών μαυροδάφνης αντίστοιχα, έχουν οι υποψήφιοι δικηγόροι. Είδαμε γλοιώδεις δαπίτες με αμάνικα καρό πουλόβερ με τα ακουστικά σα μπαλαντέζες περασμένες στα αυτιά να συντονίζουν το τίποτα, είδαμε μεσήλικες πασοκοειδείς κυράτσες να καλωσορίζουν φωναχτά τα παιδιά όσων τα έφεραν μαζί τους στα πλαίσια της πρωινής βόλτας/ριξίματος ψήφου, είδαμε μουσάτους συριζαίους να σακουλιάζουν credits ώστε να βρεθούν όσο πιο κοντά γίνεται σε θέση μετακλητού (ή/και… υπουργού), είδαμε μεταξύ άλλων και τον άσβερκο προγουλάτο 50φεύγα συνήγορο χρυσαυγιτών που έμοιαζε σα μανιώδης παίκτης ΚΙΝΟ σε τοπικό πρακτορείο ΟΠΑΠ. Όλοι και όλες σε θέση μάχης, έπιαναν τον ψηφοφόρο από το τρίποντο ακόμα (την είσοδο του ξενοδοχείου) και τον συνόδευαν μέχρι τη ρακέτα (όροφος που διεξάγεται η ψηφοφορία) με τελικό σκοπό να καρφώσουν μαζί του τη μπάλα (ψηφοδέλτιο) στο καλάθι (κάλπη). Επιθετική άμυνα για σεμινάριο. Στο μεσοδιάστημα έδιναν και έπαιρναν, μανιώδη γλειψίματα, εμετικά σβερκώματα και larger than life χαχανητά και επιφωνήματα, όλα στο βωμό του βλαχομπαρόκ γυμνοσαλιαγκισμού. Ένας μάλιστα υποψήφιος στην είσοδο, μέσα στην τεηλορική-φορντική αλληλουχία με τις χαιρετούρες του, έσφιξε επίμονα και το δικό μου χέρι τονίζοντας εμφατικά ότι είναι ο «Χαράλαμπος Τάδε, γιος του Αδαμάντιου Τάδε», με εμένα πιασμένο εξ απήνης να ανταποκρίνομαι με ένα αμήχανο χαμόγελο.

Μέσα σε όλη αυτή τη δίνη ένας ψηφοφόρος εμφανίζεται με κασκόλ… αστερόεσσα

Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται: Όλοι, μα όλοι, όσοι βρίσκονται μέσα στο κτήριο αυτή τη στιγμή είχαν βγάλει στη Γ’ Λυκείου μέσο όρο τουλάχιστον 19, που σημαίνει ότι αδιαμφισβήτητα 1. «τα παίρνουν τα γράμματα» και 2. «μπορούν να μοιράσουν δύο (και 102) γαϊδάρων άχυρα». Πως είναι δυνατόν να ανέχονται να συμμετέχουν σε ένα τέτοιο τσίρκο επιτηδευμένης δηθενιάς και στημένης αρχοντοβλαχιάς; Δηλαδή, πραγματικά δηλαδή, έχουμε να κάνουμε με δικηγόρους, με ανθρώπους δηλαδή, που έχουν την ικανότητα να κάνουν το άσπρο-μαύρο, να «αθωώσουν» ξερωγώ έναν έμπορο ναρκωτικών ή να μας πείσουν ότι η φοροδιαφυγή δεν είναι φοροδιαφυγή αλλά… φοροαποφυγή. Και όμως, κακώς αναρωτιέμαι, τα έχει πει ο Β. Ραφαηλίδης περίπου κάπως έτσι: «Μολονότι χρήσιμα και ευκταία, ούτε η ευφυία, ούτε η επιστημονική επάρκεια σε κάποιο πεδίο εγγυώνται την ηθική ακεραιότητα ή τη στράτευση για έναν κοινωνικά δίκαιο σκοπό».

Ένα πλάνο κοινής αποδοχής. Αμέτρητα κουτιά με τυροπιτάκια και κουλουράκια σε κάθε τραπεζάκι, έτοιμα να ικανοποιήσουν τις ορέξεις των αδηφάγων δικηγόρων (και των ρεπόρτερ της Κατιούσα)

Οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτό το κτήριο είναι κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Μπορεί να μη βλέπουν «My Style Rocks» αλλά «Φακέλους του Αλέξη Παπαχελά», μπορεί να μη διαβάζουν «Μακελειό» αλλά «Καθημερινή», μπορεί να μην ακούνε «Παντελίδη» αλλά Καλιφορνέζικη Jazz. Μπορεί να κάνουν και όλα τα παραπάνω ή τίποτα απ’ όλα αυτά, αλλά πάντως όλοι τους υπόκεινται στο concept «ελληνική κοινωνία». Η ελληνοπρεπέστατη γοητεία του δικηγορικού επαγγέλματος, η γοητεία να ανήκεις σε ένα μεσόστρωμα γενικά, έστω κι αν στην πραγματικότητα πλέον είσαι είτε μισθωτός χαμηλά αμειβόμενος, είτε αυτοαπασχολούμενος που δεν του φτάνουν ούτε για το νοίκι του γραφείου, είναι μεγάλη και σίγουρα δεν είναι κρυφή. Είναι γοητεία φανερή, και εν τέλει δεν είναι μόνο ελληνική. Είναι ο μικροαστισμός, που πρέπει να γίνεται «τάλαρα» σε κάθε ευκαιρία. Και οι εκλογές ενός μουράτου συνδικαλιστικού οργάνου ενός κυριλάτου επιστημονικού κλάδου είναι μια καλή ευκαιρία.

Έτσι δεν είναι;

Ο Διαστημικός Κέβιν

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 02/11/2017]


«Spacey» σε ελεύθερη και αδόκιμη μετάφραση από τα αγγλικά είναι ό ευρύχωρος, ο έχων «άπλα». Σε πιο στρωτή απόδοση είναι ο «αιθέριος», ο ονειρεμένος. Και η καριέρα του γνωστού ηθοποιού που βρίσκεται τις τελευταίες μέρες στο προσκήνιο, του Κέβιν Σπέισι, μπορεί να μην είναι ονειρεμένη, αλλά είναι τουλάχιστον αξιοθαύμαστη. Ο Κέβιν Σπέισι είναι (ήταν; όχι, είναι ακόμα) ένας απ’ τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του, της γενιάς που διαδέχτηκε τους Αλ Πατσίνους και τους Ρόμπερτ Ντε Νίρους και προηγήθηκε των Ματ Ντεημόνηδων και Ήθαν Χώκηδων. Θαυμάσιο ταλέντο με έφεση τόσο σε δραματικούς, όσο και σε κωμικούς ρόλους, έκανε αίσθηση το 1995 όταν υποδύθηκε τον απατεωνίσκο Verbal Kint στους «Συνήθεις Υπόπτους» ενώ το 1997 ενσάρκωσε άριστα τον απόκοσμο «άνιωθο» δολοφόνο στην ταινία Seven. Ο ρόλος όμως που τον μετέτρεψε σε καθαυτό πρωταγωνιστή ήταν αυτός του φρικαρισμένου οικογενειάρχη στο American Beauty (1999), μια ταινία που κατά διαβολική σύμπτωση έχει σημεία επαφής με αυτά που μαθαίνουμε αυτό τον καιρό για τον γνωστό ηθοποιό1. Τέτοια σημεία μπορεί να βρει ο θεατής και στην πολύ επιτυχημένη τηλε- ή μάλλον ιντερνετο-οπτική σειρά House of Cards2, όπου ο Σπέισι υποδύεται άριστα τον μακιαβελικό Δημοκρατικό βουλευτή-τομάρι που δε διστάζει μπροστά σε τίποτα, και η οποία κάνει πάταγο τα τελευταία χρόνια.
Και από κει θα το πιάσουμε κι εμείς. Όχι γιατί ο Κέβιν Σπέισι είναι μακιαβελικός στην προσωπική του ζωή (δεν είναι, μάλλον), αλλά γιατί είναι ένας απ’ τους πολύ γνωστούς υποστηρικτές των Δημοκρατικών στο Χόλυγουντ, ένας κλασσικός «πασόκος», όχι τόσο αριστερός σαν τη («λαφαζανικιά» θα τη λέγαμε) Σούζαν Σάραντον αλλά μετριοπαθής-κεντρώος-«ποταμίσιος», σαν το Χιλαρό-σκυλο τον Τζώρτζ Κλούνει ας πούμε. Η πάστα αυτή των celebrities στις ΗΠΑ είναι γνωστή για τις ευαισθησίες της για όλη την γκάμα των δευτερευουσών αντιθέσεων που όντως υπάρχουν στον καπιταλισμό (από το σεξισμό μέχρι την προστασία του περιβάλλοντος) πλην της βασικής. Και όμως ο ταλαντούχος ηθοποιός έγινε θέμα στα ΜΜΕ και το διαδίκτυο γιατί φέρεται να συμπεριφέρθηκε ανάρμοστα (στην καλύτερη των περιπτώσεων) σε έναν ανήλικο πριν από αρκετά χρόνια. Συγκεκριμένα ο ηθοποιός Άντονυ Ραππ τον κατηγόρησε ότι, προ 30ετίας, σουρωμένος ων, τον παρενόχλησε/του επιτέθηκε σεξουαλικά, όταν το θύμα ήταν 14 ετών. Βαρύ παράπτωμα, ή μάλλον έγκλημα αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς. Ο Κέβιν Σπέισι με τη σειρά του προχώρησε σε μια δημόσια δήλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που έλεγε στο πρώτο μέρος της περίπου τα εξής: «Δεν θυμάμαι να έκανα κάτι τέτοιο, αν το έκανα μάλλον ήμουν τελείως “ζάντα”. Αυτό δε μειώνει τη μαλακία μου και γι’ αυτό ζητώ ειλικρινά συγνώμη από τον Άντονυ για τον πόνο που φέρομαι να του προκάλεσα». Υπήρχε όμως και ένα δεύτερο μέρος, περίπου αυτό: «Και μια που το φερε η κουβέντα, επειδή όλο με κουτσομπολεύετε γι’ αυτό το θέμα, να ξέρετε ότι είμαι γκέι, και καλό θα είναι να μην ντρέπομαι να το λέω από δω και στο εξής».
Πολύς ντόρος έγινε έκτοτε για το αν η συγνώμη ήταν ειλικρινής ή υποκριτική. Αντεγκλήσεις επί αντεγκλήσεων στα σόσιαλ μύδια με υποστηρικτές να λένε πόσο «καλό παιδί» και «αδαμάντινος χαρακτήρας» είναι και με σφοδρούς επικριτές να τον κατηγορούν ως «predator» (αδόκιμη μετάφραση: αυτός που συστηματικά «την πέφτει», στα όρια ή υπερβαίνοντας το νόμο και τα χρηστά ήθη, σε άλλους/άλλες). Ακόμα περισσότερο ντόρο προκάλεσε η εθελούσια αποκάλυψη3 του σεξουαλικού προσανατολισμού του. Εγέρθηκε το ερώτημα αν ήταν μια κίνηση αντιπερισπασμού για να αποστρέψει τα φώτα της δημοσιότητας από το κύριο, την παραβατική συμπεριφορά προς έναν ανήλικο. Κατηγορήθηκε μάλιστα ο ηθοποιός ότι με τον τρόπο του μπορεί να οδηγήσει κάποιους να «τσουβαλιάσουν» συνειρμικά την έννοια του ομοφυλόφιλου με αυτή του «sexual offender» ή και του παιδεραστή, πράγμα αδιανόητο.
Στο μπαράζ των δημοσιευμάτων και των δηλώσεων, δεν υπάρχει κάτι το πρωτότυπο. Κάθε φορά που ένα δημόσιο πρόσωπο έρχεται στο προσκήνιο για κάτι που διέπραξε, μπαίνουν τα ίδια και τα ίδια ερωτήματα.
Η αγάπη του κόσμου για έναν ηθοποιό, πολιτικό ή… πυρηνικό επιστήμονα «ισοφαρίζει» ή υπερνικά τα όποια παραπτώματά του; Ο καλλιτέχνης/δημόσιο πρόσωπο δηλαδή «δεδικαίωται»; Απ’ την άλλη, ένας διάσημος πρέπει να υπόκειται σε ακόμα μεγαλύτερη κριτική λόγω του ότι αποτελεί πρότυπο, για μερικούς; Και οι όποιες συγνώμες του είναι εκ προοιμίου υποκριτικές και «δικηγορίστικες»; Και ο χρόνος ή άλλοι παράγοντες; Σχετικοποιούν/αμβλύνουν και αυτοί τα πράγματα; Τα «ήμουνα μικρός», «είχα πιει», «με παρέσυραν» κλπ. έχουν θέση στη συζήτηση;
Χωρίς να διακωμωδούμε σοβαρές καταστάσεις, είμαστε σίγουροι ότι συμφωνούμε με όλα τα πράγματα που έκανε ο πχ. ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Κολόμβος, ο Αϊνστάιν, ο Αθανάσιος Διάκος; Ας υπερβάλλουμε ακόμα περισσότερο. Αν, το 2049 μαθαίναμε ότι ο Jon Doe εφευρέτης του εμβολίου για το AIDS, που έσωσε εκατομμύρια ανθρώπους από το θάνατο τη δεκαετία του 2040, είχε το 2019 σκοτώσει και τεμαχίσει τη σύζυγό του και μετά είχε βγει στη Νικολούλη του Fox News κάνοντας τον ανήξερο, ποια θα ήταν η στάση μας απέναντί του;
Αυτονόητη η καταδίκη των απρεπών η/και εγκληματικών συμπεριφορών (από όποιον και από όποτε). Αλλά μετά αρχίζουν τα «ναι μεν αλλά». Οι «συνθήκες», το «concept», το «background». Και μολονότι πολύ «λίγα» για να σώσουν τον θύτη, υπαρκτά.

1. Όπως έγινε γνωστό ο πατέρας του Κέβιν Σπέισι ήταν ναζί και βίαζε συστηματικά τον αδελφό του ηθοποιού. Πτυχές αυτής της θεματικής, σε λιγότερο φρικαλέα μορφή, υπάρχουν και στο American Beauty
2. Υπάρχουν στιγμές στην σειρά που η σεξουαλικότητα του βασικού ρόλου τίθεται υπό διακριτική ή… λιγότερο διακριτική αμφισβήτηση
3. Λανθασμένα χρησιμοποιήθηκε από κάποιους ο ανεπίσημος αγγλικός όρος «outing». «Outing» ονομάζεται η, συνήθως παρά τη θέληση του ενδιαφερομένου, δημοσιοποίηση της ομοφυλοφιλικής του ιδιότητας από κάποιον τρίτο. Το λεγόμενο στην Ελλάδα «τον έκανε βούκινο».

Διακοπές στο Σαράγεβο*: Για την 20η Οκτώβρη 2011

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 20/10/2017]


Σήμερα συμπληρώνονται 6 χρόνια από μια από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις του 21ου αιώνα στην Ελλάδα. Τη διαδήλωση, ίσως 200.000 ανθρώπων στην Αθήνα στις 20 Οκτώβρη 2011 στα πλαίσια 48ωρης πανελλαδικής απεργίας, έξω απ’ τη Βουλή, όταν σε αυτή ψηφιζόταν ένα ακόμα άθλιο πολυνομοσχέδιο της κυβέρνησης Παπανδρέου σε συνεννόηση με ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ.
Η περίοδος 2010-2012 ήταν όντως μια περίοδος ανόδου της αγωνιστικότητας των εργαζομένων. Μπορεί η γενική κατεύθυνση να ήταν ασαφής, μπορεί να δέσποζε σ’ αυτήν η σούπα των «αγανακτισμένων», τα «όλοι ίδιοι είναι», οι μούντζες και άλλες τρίχες κατσαρές κλπ. αλλά στο διάστημα αυτό σημειώθηκε όντως ένας έντονος ξεσηκωμός πλατών λαϊκών μαζών, εργαζομένων και μικρομεσαίων στρωμάτων. Το τι απέγινε εκείνη η αγωνιστική ανάταση, το εάν και πόσο ενσωματώθηκε, αν «έφαγε άκυρο» κλπ. τα μετέπειτα χρόνια είναι μια μεγάλη συζήτηση που δεν είναι της ώρας.
Στο Σύνταγμα λοιπόν εκείνο το πρωί, βρέθηκαν χοντρικά δύο τμήματα μιας μεγάλης κινητοποίησης. Το ένα αφορούσε τις αρκετές χιλιάδες διαδηλωτές της ΓΣΕΕ, σωματείων, συλλογικοτήτων, αγανακτισμένων, Σύριζα, εξωκοινοβουλίου και αναρχίας (με τις διαφοροποιήσεις τους βέβαια) και το άλλο είχε κορμό τις περίπου ισόποσες δυνάμεις του ΠΑΜΕ, σωματείων, λαϊκών επιτροπών κλπ.

[Κάπου εδώ στο κείμενο είχα σκοπό να βάλω μια περιγραφή του «τι έγινε», «τι παίχτηκε» εκείνες τις ώρες και κυρίως για το «μετά». Δε θα το κάνω όμως. Διαπίστωσα ότι κάθε προσπάθεια να διατηρήσω την ψυχραιμία μου ακόμα και μετά από 6 χρόνια είναι μάταιη. Για αυτή την ας πούμε πιο «εν θερμώ» περιγραφή θα χρειαστεί να ανατρέξετε στο κείμενο του Φιλολαϊκού blog με τίτλο «Το βόδι που μου πήραν, ακόμα το χρωστάν», που γράφτηκε το 2015, βασιζόμενο όμως σε σημειώσεις λίγες ώρες μετά τα γεγονότα της 20/10/2011.]

Τηλεγραφικά μόνο να πούμε αυτό. Τα μόνα ξεκάθαρα περιστατικά εκείνη τη μέρα ήταν δύο. 1ον Η αλήτική προβοκατόρικη επίθεση αναρχικών ή/και άλλων λιγότερο «αγαθών» και «καλοπροαίρετων» ούγκανων** στο κομμάτι της συγκέντρωσης του ΠΑΜΕ και 2ον η επίθεση της αστυνομίας*** στο σύνολο της διαδήλωσης (ΠΑΜΕ & ΓΣΕΕ/Εξωκοινοβούλιο) αυτή τη φορά με αποτέλεσμα το θάνατο, έμμεση κρατική δολοφονία του οικοδόμου Δ. Κοτζαρίδη.
Ακολούθησε μια πανσπερμία ανακοινώσεων από πολιτικές οργανώσεις που περιλάμβανε όλη τη γκάμα των αντιδράσεων. Από απερίφραστες καταδίκες έως απερίφραστες καταδίκες. Μόνο που ο καθένας καταδίκαζε το θύτη ή το θύμα ανάλογα με τα γούστα του. Φυσικά δεν έλειψαν και ανακοινώσεις του τύπου «ναι μεν, αλλά».
Για μένα προσωπικά τα γεγονότα της 20ης Οκτώβρη αποτέλεσαν τη «λυδία λίθο» ώστε να διαπιστώσω «τι μυαλό κουβαλάει» κάποιος (είτε άτομο, είτε φορέας) πολιτικά. Και συνεχίζω να θεωρώ και σήμερα ότι όποιος δεν μπορεί να δώσει και έστω και σήμερα -τη σωστή- απάντηση «δεν ξέρει να μοιράσει δυο γαϊδάρων άχυρα» σχετικά με τα πολιτικά πράγματα του τόπου. Αυτό βέβαια δεν είναι τωρινό πρόβλημα. Κάθε πολιτικός φορέας αριστερός, δεξιός ή κεντροαριστεροδέξιος πολύ συχνά εμφανίζεται δυσκοίλιος στο να πάρει θέση για ένα γεγονός που δεν άπτεται άμεσα του χώρου του. Είναι ως ένα σημείο θεμιτό να υπάρχουν λεπτές ισορροπίες, λυκοφιλίες και… προβατοεχθρότητες ανάμεσα σε οργανώσεις, κόμματα κλπ. κάθε είδους. Όμως τα γεγονότα εκείνης της μέρας ήταν τόσο προφανή και η καταδίκη τους έπρεπε να είναι τόσο άμεση, σαφής και κατηγορηματική που δεν χρειαζόταν και τόση προσπάθεια.
Δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς βούτηξε στον παβλωφικό αντιΚΚΕδισμό όπως ο Ψαριανός θα βουτούσε σε μια πισίνα γεμάτη τσίπουρο. Ένα άλλο ευτυχώς, επίσης μεγαλούτσικο, πήρε θέση και καταδίκασε (με περιφράσεις ή χωρίς, ανάλογα με το πόσο ήθελε να «εκτεθεί». Τα παραπάνω αφορούν τις επίσημες οργανώσεις, τις ηγεσίες. Στις «βάσεις» τα πράγματα ήταν κάπως χειρότερα. Όπως έγραψα και στο Φιλολαϊκό blog:

«[…] Ίσως να αυταπατώμαι για τις δυνατότητες, τα όρια και τις προοπτικές του αριστερίστικου χώρου. Αν η Μαύρη Γάτα και τα Προκάτ σου φαίνονται ελκυστικότερα από το ΠΑΜΕ, τότε είσαι άξιος της μοίρας σου.»

Το παραπάνω απόσπασμα αποκτά ακόμα κωμικοτραγικότερη χροιά αν αναλογιστούμε το «ξύλο» που έπεσε παραμονές της 17ης Νοέμβρη του 2015 στο ΕΜΠ, όταν αριστεριστές «εδάρησαν» από αναρχικούς, οι οποίοι στη συνέχεια εξέδωσαν ανακοίνωση στην οποία έλεγαν ούτε λίγο ούτε πολύ «Σόρρυ, σας περάσαμε για κνίτες».
Γι’ αυτό ακριβώς, στα πλαίσια της ολοκλήρωσης του Εγχειριδίου για τον Αριστερισμό στο Φιλολαϊκό blog θα υπάρξει ειδικός δείκτης στο επερχόμενο, μέσα  Δεκέμβρη, 4ο και τελευταίο μέρος. Ο δείκτης αυτός θα λέγεται «Εικοσιοκτωβρόμετρο/Προστατεψοβουλόμετρο» και θα κατατάσσει τις αριστερίστικες οργανώσεις με κριτήριο τη στάση που κράτησαν απέναντι στα γεγονότα της 20/10/2011.

*Ο τίτλος του κειμένου είναι εμπνευσμένος απ’ το αναρχοκάτι περιοδικό Sarajevo το οποίο είχε την πιο διασκεδαστική, «αντικειμενική» και καλτ άποψη για τα γεγονότα. Μπορείτε να τη βρείτε εδώ
**Πραγματικά αυτοί οι χαρακτηρισμοί ήταν οι ηπιότεροι, πιο «σαβουάρ-βιβρ» και «κομ-ιλ-φό» που μπορούσα να χρησιμοποιήσω στο κείμενο, χωρίς να μας κηνυγάει το ΕΣΡ, ο Άρειος Πάγος και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης
***Λέω «αστυνομίας» και όχι «ΜΑΤ» γιατί όπως ξέρουμε η αστυνομία έχει και άλλα σώματα εκτός από τα ΜΑΤ. Ή μήπως δεν το ξέρουμε;

ΝBA: Όχι απλά 10 μαντράχαλοι που πετάνε μια μπάλα σε ένα καλάθι

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 18/10/2017]


O Οκτώβρης έφτασε και το 2ο σημαντικότερο γεγονός μετά την επέτειο των 100 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση είναι προ των πυλών ή μάλλον εντός των πυλών. Την Τρίτη 17/9 (Τετάρτη για την Ελλάδα) ξεκίνησε το πρωτάθλημα του ΝΒΑ για τη σεζόν 2017-18. Η καλοκαιρινή περίοδος ήταν απ’ τις πιο δραστήριες των τελευταίων ετών μεταγραφικά. Πολλοί σταρ (και μη σταρ) άλλαξαν φανέλα και αυτό μετέβαλε το τοπίο από άποψη δυναμικότητας. Πριν περάσουμε στο ψητό, δηλαδή στην ανάλυση και τις (γκαραντί ψιλοαποτυχημένες) προβλέψεις, καλό θα ήταν να πούμε λίγα λόγια πρώτα για τη δομή και τη λειτουργία του οργανισμού που ονομάζεται ΝΒΑ.
«To» ή μάλλον «η» National Basketball Association είναι ένας συνεταιρισμός 30 ανωνύμων καλαθοσφαιρικών εταιρειών. Η γενική εποπτεία ασκείται απ’ το συμβούλιο των ιδιοκτητών, αλλά η καθημερινή του διαχείριση γίνεται από τον κομισάριο/γενικό δερβέναγα Άνταμ Σίλβερ. Όπως κάθε μπίζνα έτσι και το ΝΒΑ σκοπό έχει το κέρδος. Και τα καταφέρνει πολύ καλά σε αυτόν τον τομέα τα τελευταία χρόνια. Μια απ’ τις αιτίες, εκτός απ’ το καλό μάρκετινγκ κλπ. είναι η εξής: Στην Ευρώπη (και τα περισσότερα σπορ παγκοσμίως) οι αμοιβές των αθλητών κυμαίνονται ελεύθερα με βάση τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης (η πρόσφατη προσπάθεια της UEFA με το FFP1 δε θίγει τον πυρήνα αυτού του κανόνα), όπως σε οποιαδήποτε άλλη αγορά προϊόντων, υπηρεσιών κλπ. Στο NBA όμως, όπως και σε άλλα μεγάλα αμερικανικά σπορ, οι αμοιβές καθορίζονται από τη Συλλογική Σύμβαση (κρατήστε τον όρο, γιατί θα κάνουμε πολλά χρόνια να τον ξανακούσουμε στην Ελλάδα) που υπογράφει κάθε μερικά χρόνια η Λίγκα (δηλαδή οι ιδιοκτήτες) με την Ένωση Παικτών. Οι αμοιβές αυτές απαγορεύεται να ξεπερνούν (χοντρικά) το 50% του τζίρου2 των ομάδων, αθροιστικά. Αυτό είναι το λεγόμενο salary cap, δηλαδή το «μισθολογικό ταβάνι», και είναι ίδιο για κάθε ομάδα (φέτος βρίσκεται γύρω στα 100 εκ. δολάρια). Υπάρχουν βέβαια πολλές δεκάδες εξαιρέσεων, παραθυρακίων, υποσημειώσεων κλπ. που δεν αναιρούν το γενικό πλαίσιο.
Ένας ακόμα πυλώνας της επιχειρηματικής ευρωστίας του ΝΒΑ είναι και το ιδιότυπο «σοσιαλιστικό» καθεστώς (μη βαράτε-θα τεκμηριώσω) που το διέπει. Ο ένας του άξονας είναι καθαρά οικονομικού χαρακτήρα. Κάθε καλοκαίρι, αφού οι ομάδες βγάλουν το «Ζήτα» απ’ τις ταμειακές τους μηχανές και βεβαιωθούν ότι κανένας Δημήτρης Χορν δεν εντόπισε κάποιο χαμένο εκατομμύριο, η Λίγκα προχωράει σε μια… αναδιανομή πλεοναζόντων εισοδημάτων από τις πλουσιότερες ομάδες στις φτωχότερες, ενισχύοντας τες. Δεύτερος άξονας, και πιο «αθλητικός», είναι ότι η προσθήκη νεαρών παικτών σε μια ομάδα δε γίνεται ελεύθερα, αλλά μόνο αφού μεσολαβήσει το ετήσιο Draft, δηλαδή η προεπιλογή παικτών από τα κολέγια και τις άλλες χώρες. Η προεπιλογή αυτή (σε δύο γύρους) γίνεται με βάση προτεραιότητα αντιστρόφως ανάλογη της θέσης της ομάδας στην προηγούμενη σεζόν. Αν δηλαδή μια ομάδα έχει βγει πρώτη στην κανονική περίοδο τότε λαμβάνει τα νούμερα 30 και 60, αν έχει βγει τελευταία, τα νούμερα 1 και 31 κοκ3. Έτσι δίνεται η δυνατότητα στις χειρότερες ομάδες να έχουν δικαίωμα πρώτης επιλογής σε καλύτερα ταλέντα, με αποτέλεσμα, τουλάχιστον στα χαρτιά4 να ενισχύεται ο ανταγωνισμός.
Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι, θεωρητικά, κάθε ομάδα έχει στο πουγκί της τα ίδια χρήματα με κάθε άλλη, ανεξάρτητα από την περσινή κατάταξη, και προσπαθεί επί ίσοις όροις να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Ποια είναι όμως η ακριβής κατάσταση φέτο(ς);
Η θερινή μεταγραφική περίοδος ήταν οργιαστική. Καταρχάς είχαμε την οριστική ταφόπλακα κάθε συζήτησης περί δυναμικότητας Ανατολής και Δύσης, καθώς η δεύτερη συγκέντρωσε ακόμα περισσότερη απ’ την παικτική αφρόκρεμα. Ξεχώρισαν οι μετακινήσεις Paul George και Carmelo Anthony στην Oklahoma, που αν υπερβεί το σκόπελο του ότι οι τρεις σταρ της θέλουν από μια μπάλα μόνοι τους, θα βάλει επιτέλους υποψηφιότητα για μια θέση στους τελικούς της Δύσης. Σημαντική ήταν και η μετακίνηση του Jimmy Butler στη Minnesota, στην προσπάθειά της να εισέλθει μετά από χρόνια στα play–offs. Ενδοπεριφερειακή ενίσχυση είχαμε για το Houston που απέκτησε τον σοβαρότερο point–guard των τελευταίων ετών Chris Paul από τους Clippers. Το δουλεμένο πλάνο του προπονητή Mike D’ Antoni με τα 700 τρίποντα στην καθησιά αναμένεται να υποστεί ελαφρές τροποποιήσεις, με τους Rockets να διεκδικούν το καλύτερο. Η σταθερή αξία των Spurs δεν προχώρησε σε μεγάλες κινήσεις και προτίμησε να δώσει γερά προσυνταξιοδοτικά εφάπαξ σε παίκτες όπως ο Pau Gasol. Aναμένεται φέτος να τα βρει σκούρα λόγω της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου ταλέντου στους ανταγωνιστές της, ο Kawhi Leonard δεν αρκεί. Αδιαμφισβήτητο φαβορί παραμένουν και φέτος οι Golden State Warriors οι οποίοι κράτησαν όλο τον κορμό (και τα περισσότερα κλαδιά και φύλλα) τους. Θα κοντραριστούν από τους βελτιωμένους δυτικούς ανταγωνιστές τους αλλά λόγω μεγαλύτερου δεσίματος της ομάδας δεν πρόκειται να χάσουν το ραντεβού με τους (όποιους) ανατολικούς παρτενέρ στον τελικό. Στα χαμηλά στρώματα τώρα, ελαφρά βελτίωση θα παρουσιάσουν οι Lakers, ενώ στη Νέα Ορλεάνη οι δίδυμοι πύργοι Cousins και Davis δε φαίνεται να συνεννογιόνται επαρκώς και να βλέπουν χαΐρι.

Την πρωτιά της Δύσης θα διεκδικήσουν (με αυτή τη σειρά): Golden State Warriors, Houston Rockets, Oklahoma City Thunder, San Antonio Spurs

Βελτίωση θα έχουν: Denver Nuggets, Minnesota Timberwolves

Τα ίδια Παντελάκη μου (ή μικρή πτώση): LA Clippers, Memphis Grizzlies, Portland Trail Blazers, NO Pelicans, Dallas Mavericks

Απάλευτοι (αναγκαστικά ή ηθελημένα): Phoenix Suns, Utah Jazz, LA Lakers, Sacramento Kings

Στην Ανατολή τα πάντα επισκίασε η ανταλλαγή του Kyrie Irving των Cavaliers με τον Isaiah Thomas και άλλους. Πολύ μελάνι χύθηκε για το ποιος τελικά «έπιασε κότσο» τον άλλον με τα συμπεράσματα να βγαίνουν την Άνοιξη. Όπως και να ‘χει, η Ανατολή πλέον εκτός από τη χαώδη διαφορά της με τη Δύση θα έχει, στο εσωτερικό της αυτή τη φορά, άλλη μια ανισορροπία. Βοστώνη και Cleveland απέχουν παρασάγγας απ’ τους ανταγωνιστές τους, ακόμα και τους αξιοπρεπείς, όπως οι Raptors και Wizards. Θα σκοτωθούν μέχρι τέλους μεταξύ τους για το ποιος θα πάρει την πρωτιά στην περιφέρεια και θα αποκτήσει το άχαρο προνόμιο να χάσει απ’ τους Warriors. Το Miami έρχεται δυνατό αλλά δε θα απειλήσει, ενώ οι άρχοντες του tanking 76ers αφού μάζεψαν, «τραυμάτισαν» και «ξετραυμάτισαν» τα καλύτερα αμούστακα παιδαρέλια των αμερικανικών κολεγίων θα παρουσιάσουν για πρώτη φορά ένα αξιοπρεπές σύνολο. Το έτερο τσίρκο της περιφέρειας από το Brooklyn ενδέχεται να αναβαθμιστεί, από ομάδα Eurocup σε Armani Milano ξερωγώ. Ντουγρού για αναδόμηση πάνε οι Bulls ενώ η… ανακούφιση από τη φυγή Carmelo θα βοηθήσει οριακά τους Knicks. O Γιάννης με τους Bucks του θα κάνει σημεία και τέρατα σε προσωπικό επίπεδο (και πιθανόν να διεκδικήσει και τον τίτλο του MVP) αλλά μένουν πολλά ακόμα μερεμέτια στο Milwaukee για να απειλήσει τους γίγαντες της περιφέρειας.

Την πρωτιά της Ανατολής θα διεκδικήσουν: Cleveland Cavaliers, Boston Celtics

Βελτίωση θα έχουν: Miami Heat, Washington Wizards, Milwaukee Bucks, Philadelphia 76ers

Τα ίδια Παντελάκη μου (ή μικρή πτώση): Toronto Raptors, Indiana Pacers, Detroit Pistons, Orlando Magic, Charlotte Hornets

Απάλευτοι (αναγκαστικά ή ηθελημένα): Atlanta Hawks, New York Knicks, Brooklyn Nets, Chicago Bulls

Σαρωτικές αλλαγές (not) στο λογότυπο του ΝΒΑ φέτος

Στα λιγότερο σημαντικά, το ΝΒΑ αποφάσισε να μετονομάσει το δικό του «δεύτερο», αναπτυξιακό πρωτάθλημα, από D–League σε G (δηλαδή Gatorade) League, έχοντας προφανώς ζηλέψει την αντίστοιχη «αναψυκτική» ελληνική ιδέα της ποδοσφαιρικής «SuperLeague Σουρωτή».

Παραπομπές-επεξηγήσεις

1. Πρόκειται για το «Financial fair Play» που ορίζει, χοντρικά, ότι κάθε ΠΑΕ πρέπει να έχει αυτοτελή οικονομική βιωσιμότητα και να μην «μπαίνει μέσα» πολλές συνεχόμενες χρονιές, ώστε να μη χρειάζεται να «τσοντάρει» ο ιδιοκτήτης της νέα ποσά κάθε τόσο
2. Για την ακρίβεια ενός μέρους του τζίρου, του λεγόμενου BRI (Basketball Related Income) καθώς οι ιδιοκτήτες μπορούν να βγάλουν λεφτά με ένα σωρό άλλους τρόπους
3. Ο μηχανισμός είναι ελαφρώς διαφορετικός αλλά αυτό είναι το πνεύμα. Οι δε επιλογές στο Draft είναι και αυτές αντικείμενο συναλλαγής κατά τη μεταγραφική περίοδο
4. Λέμε «στα χαρτιά» γιατί πολλές ομάδες μικρού και μέσου βεληνεκούς, προχωρούν συχνά στο λεγόμενο «tanking», δηλαδή εσκεμμένη αδιαφορία για το αποτέλεσμα, ώστε να βρεθούν χαμηλά στη βαθμολογία και αποκτήσουν αντίστοιχα υψηλές επιλογές στο Draft

Για το παρόν άρθρο αντλήθηκαν πολύτιμα στοιχεία από την ιστοσελίδα theballhog.gr την οποία και ευχαριστούμε

Τρεχάτος στη Λεπίδα: Ο κόσμος των Blade Runner(s)

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 11/10/2017]


*Στο παρόν κείμενο θα αποφύγουμε «όπως ο διάολος το λιβάνι» τις κομβικές αποκαλύψεις (spoilers) για την ταινία Blade Runner 2049 (2017). Αντίθετα, στα αναφερόμενα για την αρχική ταινία Blade Runner (1982) θα προχωρήσουμε σε «spoiler territory», καθώς θεωρείται ότι «έχει διδαχθεί», όπως λέγαμε και στα σχολεία κάποτε.

Τι είναι και τι θέλει το Blade Runner (1982);

Όταν το 2007 ο Στάθης, φίλος και πληκτράς στις μπάντες που είχαμε τη δεκαετία του ’00 με φώναξε για να δούμε το Blade Runner είχα μεγάλες προσδοκίες. Είχα ακούσει ότι, σχηματικά, είναι η 2η καλύτερη ταινία επιστημονικής φαντασίας μετά το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος (1968). Και ταυτόχρονα, μια ταινία ομοίως απαιτητική. Ίσως λίγο παραπάνω απ’ όσο περίμενα.
Οφείλω να ομολογήσω το ότι η πρώτη θέαση του «Ομάδες Εξόντωσης» (με αυτό τον απάλευτο τίτλο κυκλοφόρησε αρχικά στην Ελλάδα) μου άφησε ανάμεικτες εντυπώσεις. Εντυπωσιάστηκα πλήρως από τα εφέ, τους φωτισμούς/φωτογραφία, τη μουσική, την αισθητική που αποπνέει η ταινία με λίγα λόγια. Όμως ούτε οι ερμηνείες, ούτε το σενάριο με εντυπωσίασαν. Αν το καλοσκεφτεί κανείς:

«Το Blade Runner δεν έχει ουσιαστικά καμία απότομη στροφή ή ανατροπή στην πλοκή του. Βρισκόμαστε στο όχι πολύ μακρινό αλλά όχι και πολύ κοντινό μέλλον (2019) και η ανθρωπότητα εκτός από τον σε σήψη ευρισκόμενο εαυτό της έχει να αντιμετωπίσει και κατασκευασμένα ομοιώματα/ανδροειδή, τις ρέπλικες. Ένας ανόρεχτος αστυνομικός/κυνηγός κεφαλών ψάχνει μια ομάδα androids για να τους σφάξει. Τους βρίσκει έναν-έναν και τους καθαρίζει, τρώγοντας στην πορεία μια καψούρα με ένα… γυναικόιντ1. Κάποια στιγμή φτάνει στον «αρχηγό» που μετά από ανηλεή μάχη στην οποία ηττάται βλέπει να του χαρίζεται η ζωή. Ο αρχι-ρέπλικας βγάζει έναν εντυπωσιακό λόγο, επιτομή του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;» και πεθαίνει ενώ το ζεύγος μπάτσου και ρεπλίκαινας φεύγει στην εξοχή ή τελοσπάντων φεύγει προς άγνωστη κατεύθυνση, ανάλογα ποια εκδοχή της ταινίας θα παρακολουθήσουμε2. Πάλι ανάλογα με την έκδοση θα παρακολουθήσουμε στην ταινία υπάρχουν διάσπαρτα hints για το αν ο πρωταγωνιστής είναι κι αυτός ρέπλικα (προσωπική μου άποψη: Φυσικά και δεν είναι!3 Γίνετε άνθρωποι! (αυτός δε χρειάζεται να γίνει, είναι)). Όσον αφορά τις ερμηνείες λοιπόν, αυτοί που ξεχωρίζουν είναι ο «σπαστικός» Edward James Olmos με τα origami του και ο «κακός» macho Γερμαν-ΑΡΑΣ4 Rutger Hauer».

Το παραπάνω κείμενο θα ήταν η άποψη μου αν την έγραφα σε μια υποθετική Κατιούσα του 2007. Σήμερα όμως, με την πάροδο του χρόνου και την ωρίμανσή της μέσα μου, και στο «μέσα» εκατομμυρίων κριτικών και απλών θεατών, μπορώ εκ των υστέρων να πω ότι το Blade Runner είναι μια απ’ τις καλύτερες ταινίες που έχω δει, και ένα must–see για οποιονδήποτε άνθρωπο στον πλανήτη. Ναι, έχει τα στραβά του, δεν είναι το αριστούργημα του 20ου αιώνα, είναι όμως ένα flawed masterpiece όπως λένε και στο Καρπενήσι. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ένα νουάρ αστυνομικό δράμα παλαιάς, ναι παλαιάς, με την καλύτερη των εννοιών, κοπής στη δομή και την ταχύτητά του. Είναι ένα καταπληκτικό «Mανιφέστο Aπαλεψιάς». Της απαλεψιάς των ανθρώπων σε ένα υγρό, σκοτεινό και μίζερο μέλλον και της απαλεψιάς των «ρομπότ» που δεν μπορούν να ορίσουν τη μοίρα τους. Το Βlade Runner το 1982 διείδε το μέλλον, την αλλοτρίωση μέσα σε πυκνοκατοικημένες βρώμικες πόλεις, και την αθέατη, ακόμα μεγαλύτερη ταξικότητα, στο ότι οι φευγάτοι απ’ τον πλανήτη είναι πιο τυχεροί από όσους έμειναν στον σκουπιδότοπο του 2019. Αλήθεια τι θυμίζουν σήμερα πόλεις όπως το Hong–Kong και η Σαγκάη, αν όχι το κινηματογραφικό «Los Angeles, 2019»;
Και για η μουσική, τι να πούμε. Μπορεί σε κάποιους να μοιάζει σήμερα υπερβολική 80’s καλτιά, τότε όμως ήταν το όραμα του Vangeli για το μέλλον. Τα κομμάτια, είτε τα πιο συμφωνικά και μεγαλοπρεπή, είτε τα πιο ήπια τζαζ, είτε τα πιο περίεργα οριεντάλ είναι απ’ τα πιο επιδραστικά στον τομέα της κινηματογραφικής μουσικής.
Πέρα λοιπόν απ’ τα μπλιμπλίκια, τα neon φωτάκια, τις νύχτες και τις βροχές, αυτό που κάνει το BR είναι να βάζει τα «προαιώνια» και «τετριμμένα» ερωτήματα τύπου «τι είναι η ζωή, τι είναι ο άνθρωπος». Απαντήσεις δεν έχει πολλές, αλλά δεν χρειάζεται να τις έχει. Είναι ταινία.

Έρωτας στα χρόνια της δυστοπίας

Χόλυγουντ και μερίδες του Κεφαλαίου αντιμάχονται στα παρασκήνια

Μέρος του μύθου σχετικά με το Blade Runner είναι και οι συνθήκες γυρισμάτων και γενικά παραγωγής του. Το σενάριο του Hampton Fancher, ελαφρώς βασισμένο στο διήγημα του Phillip K. Dick «Do Androids Dream of Electric Sheep?» αφού έκανε αρκετές γύρες σε γραφεία παραγωγών του Λος Άντζελες βρήκε την Ιθάκη του στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Μετά από πολλές αλλαγές στο καστ και την προσθήκη δεύτερου σεναριογράφου η παραγωγή ξεκίνησε. Στη διάρκειά της σημειώθηκαν τεράστιες υπερβάσεις σε χρόνο (ο Ρίντλει Σκοτ έφτανε μέχρι και… 15 λήψεις ανά σκηνή, με τους παραγωγούς να τραβάνε τα βυζ…μαλλιά τους), σε υλικά (φροντιστής της ταινίας ανέφερε ότι του είπαν να πάει να αγοράσει… 200 μολυβοθήκες για να επιλέξει ο σκηνοθέτης την κατάλληλη για μια δευτερεύουσας σημασίας σκηνή) και τελικά σε χρήματα, με την ταινία να υπερβαίνει τα 28 εκ. δολάρια (ο αρχικός προϋπολογισμός δεν ξεπερνούσε τα 13-15 εκ), ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη. Ψυχρές έως κακές ήταν και οι σχέσεις μεταξύ των συντελεστών και δεν αναφερόμαστε μόνο στους ηθοποιούς, τον σκηνοθέτη και τους παραγωγούς. Μια συνέντευξη του Ρίντλει Σκοτ σε βρετανικό μέσο, στην οποία δήλωνε ότι προτιμά βρετανικά συνεργεία στις δουλειές του και όχι αμερικάνικα, λόγω αυξημένου επαγγελματισμού των πρώτων έγινε αφορμή για «λευκή απεργία», με τους τεχνικούς να φοράνε μπλουζάκια με ειρωνικό για τον σκηνοθέτη περιεχόμενο. Την επόμενη μέρα οι πιστοί Σκοτόφρονες του συνεργείου ανταπάντησαν με άλλο t–shirt μέχρι που τα πράγματα εκτονώθηκαν.

Μετά τις εσωτερικές προβολές, τα στελέχη της Warner Bros και οι συμπαραγωγοί απαίτησαν εκτός απ’ το δραστικό μαχαίρι σε διάρκεια, έτσι ώστε να πέσει κάτω από 2 ώρες, την προσθήκη επεξηγηματικής αφήγησης (voice–over) από τον Χάρισον Φορντ καθότι θεώρησαν ότι το κοινό ναι μεν θα την θαύμαζε οπτικά σαν χάνος, αλλά δε θα έβγαζε άκρη νοηματικά. Πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης ουδέποτε συμφώνησαν αλλά βάσει συμβολαίου υποχρεώθηκαν να ηχογραφήσουν τα σχετικά αποσπάσματα. Ο Φορντ δήλωσε μετά από χρόνια ότι προσπάθησε όσο γινόταν να φανεί άθλιος στην εκφώνησή των ούτως ή άλλως άθλιων συμπληρωματικών ατακών αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι σκηνές όπως πχ. ο μονόλογος/θάνατος του replicant Roy Batty να επισκιαστούν από γελοίες αφηγήσεις του τύπου5:

«Δεν ξέρω γιατί μου έσωσε τη ζωή (σ.σ. θα σού ‘λεγα τώρα αλλά έχε χάρη). Ίσως γιατί στις τελευταίες του στιγμές αγάπησε τη ζωή περισσότερό από ποτέ (σ.σ. σώωωωπα). Όχι μόνο τη δική του. Κάθε ζωή. Τη δική μου ζωή (ναι, Unicef σκέτη ο τύπος). Το μόνο που ήθελε ήταν οι ίδιες απαντήσεις που θέλουμε όλοι μας. Από πού έρχομαι; (σ.σ. από την Πόλη;) Που πάω; (σ.σ. στο διάολο) Πόσο χρόνο έχω ακόμα; (5 λεπτά max) Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κάθομαι να τον βλέπω να πεθαίνει (σ.σ. το μόνο που έπρεπε να κάνεις ήταν να το βουλώσεις και να αρνηθείς τα βόις όβερ αλλά ας όψονται τα συμβόλαια , οι ρήτρες και οι δικηγόροι».

Οι παραπάνω παρεμβάσεις δεν υπήρξαν αρκετές. Στις δοκιμαστικές προβολές, σε κοινό πλέον, οι θεατές παραπονέθηκαν γιατί το τέλος ήταν πολύ σκοτεινό (σ.σ. σιγά το σκοτεινό, happy ending ήταν και πάλι, έστω και λιγότερο φωναχτό). Οι χρηματοδότες απαίτησαν ένα τέλος τύπου «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Και αυτό τους παρασχέθηκε, με το ζεύγος μπάτσου και ρεπλικογκόμενας να δραπετεύει ανέμελα στα λιβάδια υπό το φως της μέρας και με την τσοντοjazz μουσική του Vangeli να τους συνοδεύει.

Τούτων λεχθέντων, με βόις όβερ και χάπι εντ και τα πάντα όλα, η ταινία «μπήκε μέσα», κατά το κοινώς λεγόμενο, κάνοντας ανθυπομέτρια εισπρακτικά πορεία στις αίθουσες.

Επιστροφή στο μέλλον

Μπορεί να μην είδε χαΐρι στην πρώτη του προβολή αλλά, το φαινόμενο Blade Runner άρχισε να παίρνει τα πάνω του στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με τη γενίκευση των οικιακών συσκευών βίντεο. Αυτό με τη σειρά του ανατροφοδότησε την όρεξη των εταιρειών που είχαν τα δικαιώματα της ταινίας για κέρδη. Το 1992 κυκλοφόρησε μια νέα έκδοση σε κινηματογράφους και βίντεο, το «Director’s Cut» που όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν και τόσο Director’s αφού, ο σκηνοθέτης ανακάλεσε την έγκρισή του λίγο πριν την επανέκδοση. Με τα πολλά το 2007 αφού οι συντελεστές, κοστουμάτοι και μη, κάθισαν σε ένα τραπέζι και τα βρήκαν, ο σκηνοθέτης πήρε αυτό που ήθελε, «την ταινία του πίσω», και συνέπηξε το «Final Cut», την ταινία που έχουμε υπόψη μας σήμερα ως Blade Runner (1982) και αποτυπώνει το πραγματικό όραμα του.

Ο Τρεχάτος στη Λεπίδα στην Ποπ Κουλτούρα

Η επιδραστικότητα της ταινίας φάνηκε σε πολλούς τομείς. Υπήρξε έμπνευση (ή και αντικείμενο άμεσης κλεψιάς) για άλλες ταινίες, για άλλες «μουσικές», για διάφορα artwork, διαφημίσεις κλπ. Και φυσικά αποτέλεσε έναν ιδανικό στόχο σάτιρας.

Blade Runner 2049. 30+5 χρόνια μετά.

Λίγα σήκουελ στην ιστορία του κινηματογράφου έχουν αντιμετωπιστεί με τόση ανυπομονησία. Ανυπομονησία συνοδευόμενη όμως από μεγάλες προσδοκίες και όπως είδαμε οι μεγάλες προσδοκίες πολλές φορές υπονομεύουν την αυτοτελή εκτίμησή μας για ένα φιλμ. Λίγα «Νο.2» έφτασαν (Νονός) και ελαχιστότατα (Terminator) ξεπέρασαν το πρωτότυπο. Εγώ προσωπικά, «στεναχωρέθηκα που δεν συγκλονίστηκα», αλλά αυτό δεν πρέπει να σας ανησυχεί. Αυτή είναι η κατάρα των σήκουελ, να έχουν να αντιμετωπίσουν τον ογκόλιθο της πρώτης ταινίας.
Δεν θα αποκαλύψουμε πολλά, γιατί το «2049» είναι μια ταινία που πρέπει να δείτε και μάλιστα στο σινεμά, για να απολαύσετε όλη της τη μεγαλοπρέπεια.
«Βρισκόμαστε στο 2049 και ο κόσμος έχει πάρει την κάτω βόλτα. Όχι ότι πριν ήτανε στα χάι του, αλλά τώρα είναι ακόμα χειρότερα. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ 2019-2049 ο ντουνιάς έχει γεμίσει ραδιενέργεια και ο καιρός δεν παλεύεται ακόμα περισσότερο. Μετά και απ’ το blackout του 2022 όλα τα ηλεκτρονικά αρχεία, ανθρώπων και ρεπλικών ανάκατα, χάθηκαν. Στον ορυμαγδό που ακολούθησε το μονοπώλιο της Tyrell Corporation αγοράστηκε από τον Niander Wallace ο οποίος είναι ακόμα μεγαλύτερο τομάρι. Μέσα σ’ όλη αυτή τη δίνη ο Officer K (Ryan Gosling) καλείται να κάνει ότι και ο Rick Deckard (Harisson Ford). Να βρει ρέπλικες και να τις τηγανίσει σε καυτό λάδι. Όμως καθώς κάνει την έρευνά του θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα δεεεεεεεν είναι όπως φαίνονται…»
Ο πολύ σοβαρός σκηνοθέτης Denis Villenueve (Enemy, Prisoners, Sicario, Arrival) κρατάει γερά δεμένη την ιστορία στην παλιά ταινία, επεκτείνοντας παράλληλα το σύμπαν του Blade Runner. Ασχολείται με αναπάντητα ερωτήματα της πρώτης και βάζει και νέα. Ταυτόχρονα αποπειράται κοινωνικούς σχολιασμούς, από την εργασιακή εκμετάλλευση έως τη θέση της γυναίκας (πρόλαβε μάλιστα να κατηγορηθεί και για… σεξισμό6).
Όπως είναι γνωστό η πρώτη ταινία ξεκινάει ψιλοσυμβατικά όντας από θέση αρχής με τους ανθρώπους, όμως στην πορεία δίνει αρκετά points και στον «αντίπαλο». Το «2049» προχωρά ένα βήμα παραπέρα, θολώνοντας ακόμα περισσότερο τα νερά σχετικά με το «ποιος-ποιον» και εν τέλει «με ποιον είμαστε;»
Παρά τη μεγάλη διάρκειά της (163’) και τον σχετικά αργό με τα σημερινά δεδομένα ρυθμό, είναι πιο στρωτή και βατή αφηγηματικά απ’ την πρώτη. Όπως είπε και ένας φίλος «Καταρχάς δεν είναι “αρπαχτή”. Οι άνθρωποι έριξαν δουλειά». Η φωτογραφία του 13 φορές υποψήφιου για Όσκαρ, Roger Deacons (Τελευταία Έξοδος, Fargo, Skyfall) είναι καταπληκτική, λιγότερο σε μπλε/πράσινους νυχτερινούς τόνους και περισσότερο σε γκρι/πορτοκαλί με το φως (λέμε τώρα) της μέρας. Τα εφέ είναι εντυπωσιακά, αλλά σε μεγάλο βαθμό «φυσικά», γυρισμένα με τον παλιό τρόπο, χωρίς περιττές υπερβολές στη χρήση CGI. Μια μικρή ένσταση ίσως υπάρχει για τη μουσική, όχι ότι δεν είναι καλή, αλλά δεν «ανακαλύπτει και την Αμερική» όπως θα λέγαμε. Αιτία αυτού το ότι τελειώματα της επεξεργασίας του φιλμ οι παραγωγοί απέλυσαν τον κάπως πιο «ζεστό» προηγούμενο συνθέτη Johann Johansson (Arrival) και προσέλαβαν τον «τσεκουράτο» Hans Zimmer7 με καθαρή εντολή «Κάνε μουσική τύπου Vangeli». Αυτό του ‘πανε, αυτό έκανε ο άνθρωπος.
Φυσικά το 2049 δεν πρόκειται να αφήσει εποχή στον παγκόσμιο κινηματογράφο, ενδεχομένως ούτε καν στο είδος της επιστημονικής φαντασίας. Και αυτό είναι απόλυτα λογικό και αναπόφευκτο. Για να αφήσει κάτι εποχή χρειάζεται να είναι σχετικά ή απόλυτα πρωτότυπο και να έχει να αντιμετωπίσει ένα ομοίως «παρθένο» κοινό. Οι συνθήκες αυτές, ειδικά η δεύτερη, πληρούνταν το μακρινό 1982. Πέρα από τις περιπτώσεις των Star Wars ή του Alien, που ήταν περισσότερο επικά action films απ’ το Blade Runner ή τις περιπτώσεις του Σπίλμπεργκ με τις «Στενές Επαφές» και το ΕΤ (που όμως είναι πιο ευφορικές και καθόλου δυστοπικές) το κοινό του ’82 μόλις που είχε επαφή με όλο αυτό που αποκαλούμε «επιστημονική φαντασία». Πολλοί από αυτούς τους σχετικά λίγους ενδεχομένως να πήγαιναν πρώτη φορά στη ζωή τους σε κινηματογράφο. Και φυσικά δεν είχε γανώσει το κεφάλι τους ένα κάρο εφέ όπως συνέβη με τις κατοπινές γενιές. Όμως το 2017, με την 24ωρη προσβασιμότητα σε οπτικοακουστικό υλικό που περιλαμβάνει τις ίδιες τις ταινίες, τα βίντεο με τις… «εξηγήσεις» των ταινιών, τις δεκάδες συνεντεύξεις των συντελεστών κλπ. η δυνατότητα πρωτοτυπίας και εντυπωσιασμού πάει περίπατο. Στα 35 χρόνια που μεσολάβησαν όλοι μας είδαμε σημεία και τέρατα (μεταφορικά και κυριολεκτικά) στη μεγάλη οθόνη.
Ακόμα κι αν δεν εκτιμήθηκε στην εποχή του, ακόμα κι αν στοιχεία του αντιγράφηκαν μανιωδώς, είτε φτηνιάρικα είτε ουσιωδώς αναβαθμισμένα σε επόμενες ταινίες, το αρχικό Blade Runner άφησε εποχή. Το 2049 απ’ την άλλη μεριά, είναι ίσως η καλύτερη ταινία του 2017, και αυτό δεν είναι λίγο. Αν, όπως λένε, σημασία στη ζωή έχει «να πιάνεις το potential σου», δηλαδή να φτάνεις στο υψηλότερο σημείο με βάση τις δυνατότητές σου, το ίδιο συμβαίνει και στις ταινίες, όπως και σε τούτη δω:

Παραπομπές-επεξηγήσεις

1. Να σημειωθεί ότι την ίδια καψούρα με τη Sean Young (στην έκδοση με μαλλί-σφουγγαρίστρα) έπαθα κι εγώ
2. Όλη η επίπονη διαδικασία της παραγωγής και των μεθεορτίων της ταινίας υπάρχει στο 3ωρο και πλέον ντοκιμαντέρ Dangerous Days: Making Blade Runner, το οποίο αποτέλεσε βασική πηγή γι’ αυτό εδώ το άρθρο και το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα να δείτε.
3. Σε συνέντευξη του το 2000, o Ridley Scott δήλωσε ότι ο αστυνομικός Rick Deckard (Χάρισον Φορντ) είναι ρέπλικα. Ο σκηνοθέτης του «2049» έχει δηλώσει ότι αμφιβάλει. Τρέχα-γύρευε.
4. Ατυχές λογοπαίγνιο με πολιτική οργάνωση. Επίσης ο R. Hauer είναι Ολλανδός.
5. Ο σκηνοθέτης του The Shawshank Redemption (Η Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ) Frank Darabont λέει τον πόνο του (και τον δικό μας). Εδώ βλέπουμε πως καταστρέφεται ένας λυρικός μονόλογος σε μια ταινία, με χιουμοριστικό τρόπο
6. Φεμινίστρια vlogger συνόψισε μάλιστα ότι «κάθε γυναίκα που εμφανίζεται στην ταινία είναι είτε κακιά, είτε γυμνή, είτε πουτάνα».
7. Μαζί του συνεργάστηκε και ο Benjamin Wallfisch (Hidden Figures, It)

Νόλαν: Ο άλλος Χριστόφορος

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 23/09/2017]


Tον λένε Παπακαλιάτη, και είναι ο διασημότερος Χριστόφορος στον Ελλαδικό χώρο, κυρίως για τις περιπέτειες με τις τηλεοπτικές μητέρες των συμπρωταγωνιστριών του. Αλλά δε θα μιλήσουμε γι’ αυτόν.
Αυτός που θα μας απασχολήσει είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας «Δουνκέρκη» που προβάλλεται αυτή την εποχή στους κινηματογράφους. Είναι ο Κρίστοφερ Νόλαν, ίσως ο εμπορικότερος μη ρηχός (που ξεπερνάει σε εισπράξεις και τους ρηχούς) σκηνοθέτης των δεκαετιών ’00 &’10. Είναι ο σκηνοθέτης που περισσότερο από κάθε άλλον έχει καταφέρει να κάνει κατ’ επανάληψη ταινίες της προκοπής, χωρίς αυτό να επηρεάσει αρνητικά τον τραπεζικό του λογαριασμό, κάθε άλλο μάλιστα. Στο τεχνικό κομμάτι είναι πάντα άψογος, είτε αυτό αφορά τη φυτογραφία (με τα καταπληκτικά μπλεδίζοντα ή καφεδίζοντα φίλτρα του), τη μουσική (του «Γκάλη» των soundtrack, Hans Zimmer) ή το σενάριο, πολλές φορές με τη συνεργασία του μικρότερου αδελφού του Τζόναθαν. Στις ταινίες του πραγματεύεται τις έννοιες του χρόνου, της αγάπης, της ηθικής, του καλού ενάντια στο κακό κλπ. με τρόπο αρκετά σοβαρό. Βεβαίως ο Νόλαν με τις ταινίες του δεν ανακαλύπτει την Αμερική. Χόλυγουντ κάνει, και μάλιστα «βαθύ», δηλαδή εντυπωσιακό, διασκεδαστικό και εξόχως εισπρακτικό. Αλλά ταυτόχρονα «βαρύ» για τα δεδομένα της καλιφορνέζικης βιομηχανίας, δηλαδή «challenging» (έτσι, το λένε εκεί πέρα) για το θεατή, επιτρέποντας μεν τη βρώση ενός τορβά ποπ-κορν αλλά ενθαρρύνοντας ένα κάπως ηπιότερο κρατσάνισμα των νιφάδων.

Ας δούμε εξαιρετικά συνοπτικά το σκηνοθετικό του έργο με χρονολογική σειρά, με προσπάθεια αποφυγής των spoilers και ενδεικτική προσωπική (και απολύτως μπακαλίστικη) βαθμολογία:

Following (1998) 6/10

Η παρθενική προσπάθεια του Νόλαν σε ένα λιλιπούτειο σε διάρκεια και μπάτζετ φιλμ που κάνει τη δουλειά του ακολουθώντας τα χνάρια ενός απάλευτου άνεργου ημι-συγγραφέα που πάει «να πιάσει την καλή».

Memento (2000) 8/10

Εδώ θα χρειαζόταν όχι ξεχωριστό αφιέρωμα, αλλά σειρά αφιερωμάτων για την ταινία που έκανε κλικ σε όλους εμάς τους ντεμέκ «εναλλακτικούς» ή εναλλακτικίζοντες έφηβους ή μετέφηβους. Η απαιτητική, μη γραμμική, αφήγηση, για άλλους απλό εύρημα, για άλλους οργανικό στοιχείο της ταινίας, ακολουθεί τις προσπάθειες ενός άντρα με προβλήματα μνήμης να βρει και τηγανίσει τον δολοφόνο της γυναίκας του. Ο μη ακριβώς σταρ Γκάι Πηρς στα καλύτερά του. Bonus, το …υποδόριο (κυριολεκτικά) κράξιμο των εταιρειών ιδιωτικής ασφάλισης στις ΗΠΑ.

Insomnia (2002) 7/10

Η θεωρητικά πιο αδύναμη ταινία του Νόλαν, αδύναμη λέγοντας, καλύτερη μακράν από των μέσο όρο των ταινιών που κυκλοφορούν εκεί έξω. Η ιστορία αφορά αστυνομικούς που καλούνται να ερευνήσουν τη δολοφονία ενός παιδιού. Και ο Ρόμπιν Γουίλιαμς αποδεικνύει (ξανά) ότι μπορεί να παίξει δραματικό ρόλο με τα τσαρούχια.

Batman Begins (2005) 7/10

Η ταινία που επανεκκίνησε το Μπάτμαν franchise μετά από το φιάσκο με τα δύο Tσίρκα Μεντράνα «Batman Forever» και «Batman & Robin» και απ’ τις προσωπικές μου αγαπημένες της λίστας. Ένας Μπάτμαν, περισσότερο Μπρους Γουέην από ποτέ, σε μια ταινία που εξανθρωπίζει και γειώνει τον χαρακτήρα με καταπληκτικά αποτελέσματα. Μη με παρεξηγήσετε, οι πρώτες δύο ταινίες με το γνωστό καρτουνίστικο γοτθικό στυλ του Τιμ Μπάρτον και τον πολύ καλό Μ. Κήτον στον βασικό ρόλο είναι θαυμάσιες και απόλυτα συμβατές με το πρωτογενές υλικό του Μπάτμαν, αλλά το «Begins» επανέφερε στη ζωή έναν κινηματογραφικά νεκρό υπερήρωα.

The Prestige (2006) 7/10

Τι είναι η ταχυδακτυλουργία, απλή εξαπάτηση μέσω τρυκ ή αληθινή μαγεία; Αυτό πραγματεύεται ο σκηνοθέτης σε μια ταινία για τον ανηλεή ανταγωνισμό μεταξύ του Ούρι Γκέλερ και του Ντέηβιντ Κόπερφηλντ του 19ου αιώνα. Ωραιότατη ταινία.

The Dark Knight (2008) 7/10

Ευρύτατα θεωρούμενη ως η καλύτερη (και όντως πολύ καλή) ταινία του Νόλαν με έναν σκασμό από ηθικά διλήμματα και ανατροπές και τον Χηθ Λέτζερ/Τζόκερ να πουλάει (επιτυχημένα) την μεγαλύτερη τρέλα που πουλήθηκε ποτέ από οποιονδήποτε «κακό» σε ταινία υπερηρώων. Το ότι επισκιάζει τον πρωταγωνιστή υπό άλλες συνθήκες θα μας χαλούσε, όμως τώρα δένει αριστοτεχνικά.

Inception (2010) 8/10

Όνειρα μέσα σε όνειρα και εφιάλτες μέσα σε εφιάλτες. Η ταινία που θέλει 7,5 ώρες ανάλυση με σημειώσεις, διαγράμματα και powerpoint για να γίνει «τάλαρα» και πάλι θα μας αφήνει να αναρωτιόμαστε τι είναι αλήθεια και τι όχι, όπως άλλωστε και οι πρωταγωνιστές. Must see για κάθε κινηματογραφόφιλο.

The Dark Night Rises (2012) 7/10

Η ελαφρώς «χειρότερη» στιγμή της νεομπατμανικής τριλογίας καθώς ο σκηνοθέτης αποπειράται να κορυφώσει την ιστορία που έστησε στις δύο προηγούμενες ταινίες μπλέκοντας (συν ότι κάποια στιγμή διαδηλωτές τύπου «Occupy Wall street» εμφανίζονται ως τρομοκράτες)

Interstellar (2014) 7/10

Στο όχι πολύ μακρινό μέλλον μάλλον έχουμε όλοι ζάχαρο, καθώς τρώμε μόνο καλαμπόκι με την οκά αλλά κι αυτό ακόμα αναμένεται να εκλείψει. Οπότε ξεκινάει ένα ταξίδι για να βρεθεί πλανήτης της προκοπής μπας και το ανθρώπινο είδος δει χαΐρι. Θαυμάσια ταινία με μεγάλη (τηρουμένων των αναλογιών) επιστημονική εγκυρότητα. Στα συν η καταπληκτική μουσική του Χανς Ζίμερ. Η εμπλοκή της αγάπης ως υλικού παράγοντα στη… διαστρική πάλη θα μπορούσε να λείπει αλλά δε μειώνει τη συνολικά θετική εικόνα.

Dunkirk (2017) 7/10

Η τελευταία ταινία του Νόλαν αποφεύγει και τα βαριά ονόματα στο καστ αλλά και τους πολλούς διαλόγους. Έξοχη κινηματογράφηση για μια απ’ τις πιο δύσκολες στιγμές του Β’ ΠΠ. Στα μείον της ταινίας ότι ενώ ξεκινάει με βασικό άξονα τη φρίκη του πολέμου και την απαλεψιά των στρατιωτών στην πορεία αυξάνεται ο πατριωτικός (βρετανικός) τόνος, νερώνοντας λίγο το τελικό αποτέλεσμα.

Όπως διαπιστώνετε λοιπόν, οι ταινίες του Νόλαν αποτελούν μια σίγουρη επιλογή για τον δοκιμασμένο σινεφίλ χωρίς να αποξενώνουν και τον ποπκορνοφάγο του Σαββατοκύριακου. Είναι η επιτομή θα λέγαμε του «value for money». Αυτό δε σημαίνει ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει συμβόλαιο με την τελειότητα. Παρά την καθολική αποδοχή κοινού και κριτικών, έχει «κατηγορηθεί» ότι πολλές ταινίες του στηρίζονται περισσότερο στα εφέ και κυρίως στα «σκηνοθετικά ευρήματα» («gimmicks» τα λένε) όπως πχ. η μη γραμμική αφήγηση στο Memento, παρά στο σενάριο. Ακόμη, έχουν ειπωθεί πολλά για το ότι πολλές φορές δεν δίνει οριστική απάντηση στα ηθικά ή άλλα διλήμματα που βάζει στους θεατές. Κάποιοι αντίθετα του πιστώνουν ως θετική αυτή την ηθελημένη ασάφεια. Άλλωστε αυτό το τελευταίο αποτελεί αιώνιο σημείο αντιπαράθεσης για τους κινηματογραφόφιλους. Πρέπει ο σκηνοθέτης να παίρνει θέση; Να μας δίνει τις απαντήσεις στο πιάτο; Ή εναπόκειται στο θεατή να βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα; Πρέπει η έξοδος απ’ την αίθουσα μας δίνει μια αίσθηση «πλήρωσης» ή πρέπει να τρώμε τα σ(υ)κώτια μας επί 5ωρο μετά το τέλος της ταινίας ανταλλάσσοντας λεκτικά «μπουκέτα» με τους συν-θεατές μας, σχετικά με το τι ήθελε να πει ο ποιητής;

Πρέπει να δώσω απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα ή να κλείσω εδώ το κείμενο;

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Η φανερή γοητεία του Βασίλη Ραφαηλίδη

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 08/09/2017]



Υπάρχουν γύρω μας αυτοί που το άκουσμα της λέξης «Ράφα» τους φέρνει συνειρμικά στο νου τον προπονητή Ράφα Μπενίτεζ. Θεμιτό. Και Ουέφα έχει πάρει ο άνθρωπος και Τσάμπιονς Λιγκ.
Αλλά υπάρχουμε και ‘μεις που ανδρωθήκαμε (ή «γυναικωθήκαμε») πολιτικά και συγγραφικά λόγω ενός άλλου Ράφα, του συγγραφέα/δημοσιογράφου/κριτικού κινηματογράφου Βασίλη Ραφαηλίδη.
Ο Ραφαηλίδης γεννήθηκε το 1934 στα Σέρβια της Κοζάνης. Μετά από σχετικές σπουδές ασχολήθηκε για σύντομο διάστημα με τη σκηνοθεσία, πριν μεταπηδήσει στο ρόλο του κριτικού κινηματογράφου μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Έκτοτε συνέχισε στον έντυπο τύπο με επιφυλλίδες και άρθρα γνώμης. Τη δεκαετία του ’90 έγραψε τον κύριο όγκο των βιβλίων του ενώ ήταν απ’ τους πιο περιζήτητους καλεσμένους των τηλεοπτικών πάνελ. Πέθανε από καρκίνο το 2000.
Αν κάτι ήταν ο Ραφαηλίδης, ήταν άνθρωπος με θαυμάσια αίσθηση του χιούμορ, με μεγάλη ικανότητα σαρκασμού και αυτοσαρκασμού. Είχε ταυτόχρονα συναίσθηση της μικρότητας του -όλων μας- ως ατόμων αλλά και επίγνωση του ρόλου και των δυνατοτήτων που έχουν μεγάλες μάζες ανθρώπων, αυτών που λέμε ότι κινούν την Ιστορία. Μολονότι ήταν στο πλευρό αυτών των μαζών, ούτε τις καθαγίαζε, ούτε τις εξιδανίκευε.
Για μένα προσωπικά το συγγραφικό του έργο και ειδικότερα η «Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους» και η «Μεγάλη Περιπέτεια του Μαρξισμού» ήταν κομβικά στη διαμόρφωση της πολιτικής μου ταυτότητας τη δεκαετία του ’90. Σε αυτά τα βιβλία (που αποτελούν απαραίτητο ανάγνωσμα για όλο τον ντουνιά) είναι που ο Ραφαηλίδης θα μπλέξει την υλιστική (ναι, με τον δικό του παιχνιδιάρικο και με μεγάλους βαθμούς ελευθερίας τρόπο) αντίληψη της ιστορίας και τον υγιή συναισθηματισμό, τη θεώρηση δηλαδή ότι τόσες και τόσες θυσίες ανθρώπων για ένα τόσο ευγενικό σκοπό (την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο) αποκλείεται να πάνε χαμένες από ιστορική προοπτική.
Ο Ραφαηλίδης φυσικά δεν είχε κανένα αλάθητο. Και υπερβολές έχει γράψει και (συγνώμη Ράφα) κοτσάνες έχει πει και σε αμφίβολης ποιότητας τηλεοπτικές εκπομπές είχε συμμετάσχει. Στα βιβλία του θα βρει κανείς από χοντροκομμένο αντισταλινισμό μέχρι θεωρίες -«φιλελέδικες» ή «ΔΗΜΑΡήσιες» θα τις λέγαμε σήμερα- ότι «δεν είμαστε κράτος» και «αφού δεν έχουμε σοσιαλισμό ας κάνουμε τουλάχιστον “υγιή” καπιταλισμό». Όμως δεν είναι αυτό που καθορίζει το έργο του, κι ας είχε ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα αισθητικής και «στόχο ζωής» την καταπολέμηση της πασοκιάς, της βλαχομπαροκιάς, του εθνικισμού.
Μερικά από τα παραπάνω στοιχεία ήταν που του κόλλησαν και την ταμπέλα του «αιρετικού». «Αιρετικού» σε σχέση με τις mainstream αντιλήψεις του καιρού του (περί πολιτικής, θρησκείας κλπ.) αλλά και αιρετικού σε σχέση με την επικρατούσα άποψη στην Αριστερά, κύρια το ΚΚΕ. Η πρώτη αιρετικότητα ήταν που τον έκανε αγαπητό σε μας, η δεύτερη ήταν που τον έκανε αγαπητό στα μέσα ενημέρωσης και σε κύκλους «διανοουμένων» και «ανένταχτων», χωρίς παραδόξως να τον αποξενώνει και από μας.
Οπότε να περάσουμε και στα βαριά. Ο Βασίλης ήταν κομμουνιστής; Προσωπική μου άποψη είναι ότι κομμουνιστές είναι τα μέλη των κομμουνιστικών κομμάτων και μάλιστα αυτών που φέρουν και τη χάρη, εκτός απ’ το όνομα. Αυστηρά πολιτικά/κομματικά ο Βασίλης Ραφαηλίδης υπήρξε για ελάχιστα χρόνια μέλος κάποιου αριστερού σχηματισμού (της ΕΔΑ) και σε κάθε περίπτωση όχι του ΚΚΕ. Επομένως τον τίτλο αυτόν δεν μπορώ να του τον αποδώσω εγώ. Όμως αυτό που μπορώ να του αποδώσω είναι ότι η «πάστα» του ήταν ό,τι πιο κοντινό σε αυτή του κομμουνιστή. Έτσι είναι οι άνθρωποι που είναι ταυτόχρονα στο πλευρό των καταπιεσμένων και της επιστήμης/ορθολογισμού. Άσχετα απ’ την ταμπέλα λοιπόν που θα του κοτσάρουμε, τα κείμενά του ήταν απ’ αυτά που μπορούν να σε κάνουν κομμουνιστή ή τουλάχιστον να συμβάλουν στο ξεκουρκούτιασμα του μυαλού σου και σε συνδυασμό με δεκάδες άλλα πράγματα να σε βοηθήσουν να γίνεις τέτοιος.


«…Η πιο μεγάλη εφεύρεση του καπιταλισμού είναι το κολοσσιαίας σημασίας γεγονός πως παραμέρισε όλα τα άλλα ιδανικά και στη θέση τους έβαλε το χρήμα, όπως γινόταν πάντα στην ιστορία χωρίς να το ομολογούν καθαρά οι πολιτικάντηδες, και οι καθηγητές της ιστορίας που τους βοηθούν αποτελεσματικά. Κύριε, θέλεις να γίνεις πλούσιος; Σκότωσε, ρήμαξε, κλέψε, εξαπάτησε, κι όταν έρθει η ώρα σου εξομολογήσου και άντε στο καλό. Ο Άγιος Πέτρος σε περιμένει στον Παράδεισο».


Ευτυχώς ο Βασίλης θα αποφύγει τις κακές παρέες μετά το θάνατό του. Πέθανε σαν σήμερα, 8 Σεπτεμβρίου του 2000 και έπειτα, για καλή του τύχη, αποδομήθηκε από μικροοργανισμούς.

Αυτός, όχι οι ιδέες του.