Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Καλύτερα Τσάνταλη. Κι ακόμα καλύτερα χυμό βύσσινο

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 28/06/2017]


-Γουστάρεις; 
-Μπουτάρης

Αυτό ήταν το σλόγκαν του Γιάννη Μπουτάρη, εκφωνημένο απ’ τον Δημήτρη Σταρόβα στις Δημοτικές Εκλογές του 2010. Ήταν οι εκλογές που έκλεισαν έναν 25ετή κύκλο, μεταξύ άλλων διεφθαρμένης, διοίκησης της πόλης απ’ τη «δεξιά». Διοίκησης της οποίας ο προεξάρχων βρέθηκε λίγο αργότερα στη φυλακή.
Τι το καλύτερο θα μπορούσε να ευχηθεί κάποιος για την πόλη, την πόλη της «Τρύπας» του Κούβελα, της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας» του Κοσμόπουλου, και των εκατομμυρίων που έκαναν φτερά του Παπαγεωργόπουλου; Συν τοις άλλοις εμείς οι σαντουιτσοφάγοι, αποφύγαμε και τον conservative δαπίτη «μακεδονομάχο» Κώστα Γκιουλέκα. Κανονικά θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες που αποκτήσαμε έναν κλασάτο αλλά προσιτό, «ακομπλεξάριστο» κοσμοπολίτη (γεροντο)χίπστερ δήμαρχο.
Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Ή μάλλον το ¼. Ή καλύτερα το 2%. Βασικά ούτε αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι το ο πυρήνας, το «core» που λένε και στο Κορδελιό, της πολιτικής των δημάρχων που πέρασαν ήταν ο ίδιος. Υποβάθμιση της πόλης, ξεπάτωμα των εργαζομένων, και στρώσιμο του χαλιού για μεταφορά πόρων και αρμοδιοτήτων σε ιδιώτες. Μικρή σημασία έχει ότι γλιτώσαμε από τις πιθανές εθνικολεβέντικες βλαχομπαρόκ φιέστες του Γκιουλέκα. Άλλωστε τις αντικαταστήσαμε με αγάλματα στη βασίλισσα Όλγα. Παράλληλα όλο (μα όλο όμως) το αντιλαϊκό περιεχόμενο των μνημονίων εγκολπώθηκε και εφαρμόστηκε άριστα απ’ τον Μπουτάρη. «Κάθε φορά που θα ακούω ένα “κιχ”, θα προσθέτω και μια μέρα αποκομιδής για τους ιδιώτες […] 14 μέρες… 15 μέρες..», είπε πριν από μερικές μέρες στους συμβασιούχους σκουπιδιάρηδες, ειρωνευόμενος το αίτημα τους να συνεχίσουν να μαζεύουν τα σκατά μας από τους δρόμους. Ακόμα και με όρους «αισθητικής», η δημαρχάρα του 21ου αιώνα, τρώει «άκυρο».
Οπότε, την επόμενη φορά που θα κάνουμε επιλογή με βάση την αισθητική και όχι την πολιτική, ας το σκεφτούμε, αλλιώς θα καταλήξουμε με δήμαρχο μια Χίλαρυ που απλά θα πίνει φραπόγαλο στην Παραλία, που θα έχει ελάχιστες ή καθόλου διαφορές από έναν Τραμπ που τρώει μπουγάτσα με τυρί.

Μια τριετία και μια μέρα. Παρακολουθώντας τις ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 23/06/2017]


Τι κοινό έχει ένας μάγειρας που δουλεύει 6 μήνες σεζόν στα κάτεργα των ελληνικών νησιών και 6 μήνες στα αντίστοιχα της πόλης, ένας μηχανολόγος (από ΤΕΙ) που δουλεύει σε γραμμή παραγωγής σαν απλός εργάτης και ένας εμποροϋπάλληλος, που πουλάει μπρόκολα και αβοκάντα; Εκ πρώτης όψεως, πολλά. Εκ δεύτερης, ακόμα περισσότερα. Εδώ θα αναφερθούμε στην όρεξη, την υπομονή και το ψυχικό σθένος να συμμετάσχουν σε ένα project που -δεν- θα αλλάξει άρδην τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα.


Ήταν καλοκαίρι του ’14 όταν ο Σ. μου ανακοίνωνε το τέλος μιας πολύχρονης προσωπικής του σχέσης, όχι συντετριμμένος αλλά με τη φυσιολογική στεναχώρια που προξενούν αυτά τα πράγματα. Μετά το αρχικό σοκ, την εκστόμιση φοβερά πρωτότυπων εκφράσεων από μέρους μου όπως «δεν πειράζει», «κράτα γερά», «την υγειά μας να ‘χουμε πάνω απ’ όλα» και άλλων συναφών κοινοτοπιών από το «Τόλης Βοσκόπουλος προς Γιώργο Λεμπέση playbook», (ξανα)έριξα στο τραπέζι τη μεγάλη ιδέα:

-Θυμάσαι που σου είχα πει ότι πρέπει κάποτε να κάτσουμε να δούμε όλες τις ταινίες του Αγγελόπουλου;
-Ω, ναι ρε, εννοείται! Μέσα!
-Γερά;
-Γερά!

Στην παρέα μας προστέθηκε και ο πολύτιμος Τ., ο οποίος συμπλήρωνε αριστουργηματικά το καστ. Αν εγώ και ο Σ. ήμασταν οι σχετικά πιο «καλλιεργημένοι», με τον Σ. να είναι βαθύς γνώστης της μεσαιωνικής-αναγεννησιακής ιστορίας και μεγάλος οπαδός της κλασσικής μουσικής, ο Τ. ήταν ο flat κυνικός ωφελιμιστής που με τις διαβρωτικές/ισοπεδωτικές του κρίσεις μας επανέφερε κάθε τόσο στην πραγματικότητα. Δώσαμε τα χέρια και ξεκινήσαμε τις προβολές με χρονολογική σειρά, για να παρακολουθήσουμε και την εξέλιξη της ματιάς του σκηνοθέτη με την πάροδο του χρόνου. Να σημειωθεί ότι 4-5 απ’ τις ταινίες τις είχα δει παλαιότερα, με τους συντρόφους μου σε αυτό το ταξίδι να έχουν δει 1-2 αθροιστικά. Όλοι μας όμως είχαμε μεγαλώσει με το στερεότυπο για τα αργά πλάνα, την απουσία ρυθμού και την αφαιρετική αφήγηση στις ταινίες του Αγγελόπουλου. Απέμενε να δούμε κατά πόσο αυτό είναι ένας μύθος ή αν είναι πραγματικότητα. Και εάν συνέβαινε το δεύτερο, αν θα ήταν τόσο καθοριστικό ώστε να κάνει τις ταινίες «κακές». Ακολουθεί το χρονικό, με αποφυγή των spoilers, όσο γίνεται.

-Μα ποιων spoilers; Αφού δεν γίνεται τίποτα στο τέλος…
-Βρε κάτσε να δεις λίγο ποιότητα να γίνεις άνθρωπος να πούμε…

Ξεκινήσαμε με την Αναπαράσταση (1970) μια σχετικά βατή ταινία που αναφέρεται σε ένα έγκλημα σε ένα ορεινό χωριό των Ιωαννίνων. Πολύ καλή, σημείωσε ο Σ., οι άλλοι δύο ήμασταν «ντεμί». Συνεχίσαμε με τις Μέρες του ’36 (1972). Εδώ δυσκόλεψαν τα πράγματα. Έπρεπε να κοιταζόμαστε κάθε τόσο μεταξύ μας για να σιγουρευτούμε ότι παρακολουθούσαμε ακόμη. Καθολικό «Όχι. Δεν.» Επόμενος σταθμός, ο Θίασος (1975). Αυτή ήταν η πρώτη ταινία που μας «μίλησε» καλλιτεχνικά, ιστορικά, πολιτικά. Με κάποιες πολύ δυνατές σκηνές. Παρέμεινε η απορία του Τ. «γιατί δεν μπορεί να συμπυκνώσει τις 4 ώρες σε 2;» Συνεχίσαμε με τους Κυνηγούς (1977). Άλλη μια υπόμνηση του Αγγελόπουλου στην άρχουσα τάξη ότι «σας στοιχειώνουμε, ακόμα». Καλή ταινία.
Το μεγάλο boost στο project όμως ήρθε λίγες εβδομάδες αργότερα όταν ο Σ. έχασε (και) τη δουλειά του. Και πλέον είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεση του. «Όλα για την τέχνη» τα θυσίασε ο Σ. πάντως. Μπράβο του…
Συνεχίσαμε με Μεγαλέξανδρο (1980). Όχι καλές εντυπώσεις. Το μόνο που μας έμεινε ήταν οι δυο τελευταίες σκηνές. Αμέσως μετά είδαμε το Ταξίδι στα Κύθηρα (1984). Μεταβατική ταινία. Από πολλές απόψεις. Η τελευταία ταινία που η ιστορία της Ελλάδας βρίσκεται στο προσκήνιο και ταυτόχρονα η πρώτη που οι προσωπικές αναζητήσεις του ήρωα ζητούν θέση σ’ αυτό. Ταυτόχρονα παρατηρήσαμε και κάτι άλλο που μας προκάλεσε ένα ελαφρύ μειδίαμα. Όταν πριν μερικά χρόνια ο Παντελής Βούλγαρης στην Ψυχή Βαθιά (2009) έβαζε στο στόμα του Θανάση Βέγγου τη φράση «Έλληνας να σκοτώνει Έλληνα;», αντιμετωπίστηκε, δικαίως, με σκωπτικότητα και ειρωνεία. Όμως ήταν στα «Κύθηρα», 25 χρόνια πριν, που ο Αγγελόπουλος, βάζει τον κομμουνιστή Κατράκη και τον δεξιό Παπαγιανόπουλο, να «συμφιλιώνονται», με λιγότερη γραφικότητα μεν, αλλά στηρίζοντας λίγο ή πολύ το αφήγημα της «εθνικής συμφιλίωσης». Όχι, γιατί ήταν ποτέ θιασώτης του ο σκηνοθέτης, αλλά γιατί στα «Κύθηρα» αρχίζει να φαίνεται η μεταστροφή του από «Μπορεί να χάσαμε, αλλά θα ξαναγυρίσουμε» σε «Τι τα θες, μας πήρε το ποτάμι».
Ακολούθησε ο Μελισσοκόμος (1986). Ήταν η πιο «εμπορική», στο μάτι μας, ταινία ως τότε. Μέχρι και «ροκ» ορχηστρικό κομμάτι, της Ελένης Καραΐνδρου πάντα, είχε, μέχρι και 80’s ντισκο-ποπιά της Τζούλυ Μασίνο είχε. Ο σκηνοθέτης αφήνει πλέον την ιστορία στο παρασκήνιο και επικεντρώνεται στην κρίση μέσης ηλικίας του ξελογιασμένου Μ. Μαστρογιάνι. Εκεί ήταν που έκανα και το λάθος να αναφερθώ στο πόσο «σέξυ» ήταν «τα καλτσάκια της Νάντιας Μουρούζη», λάθος που το πλήρωσα με την ολοκληρωτική χλεύη της παρέας για τους υπόλοιπους μήνες. Καλή και προσιτή ταινία.
Τη σκυτάλη πήραν τους επόμενους μήνες το Τοπίο στη Ομίχλη (1988) και το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού (1991) που παρά τα πανέμορφα ομιχλώδη πλάνα τους, δε μας άφησαν κάτι. Δοκίμασαν δε, τα όρια των αντοχών μας στο αργό μοντάζ και τη μη στρωτή αφήγηση. Ειδικά για το «Μετέωρο Βήμα» αναρωτηθήκαμε αν δικαιολογείται το μέγεθος του θαυμασμού που έχει συγκεντρώσει με τα χρόνια, από την καλλιτεχνική κοινότητα. Υποψιαστήκαμε ότι αυτός ενισχύεται περισσότερο από τις αντιδράσεις του σκοταδιστή μητροπολίτη Καντιώτη και της παρέας του, όταν γυριζόταν, και συνεχίσαμε.
Τρόπος του λέγειν «συνεχίσαμε», διότι λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο project (ο Σ. ήταν πάλι εργαζόμενος και ο Τ. το ίδιο, στη Χαλκιδική) καθυστερήσαμε περίπου έναν ολόκληρο χρόνο. Όταν ο Σ. όμως μας ανακοίνωσε ότι ενδεχομένως απ’ το Σεπτέμβρη του ’17 θα μας άφηνε για το εξωτερικό και με δεδομένη τη επικείμενη φυγή του Τ. για την τουριστική σεζόν, αποφάσισα να σφίξω τα λουριά:

-Λοιπόν κύριοι, «το και το». Φάγαμε το γάιδαρο, δε θα κολλήσουμε στην ουρά. Τέσσερις ταινίες μείνανε. Πρέπει να τρέξουμε το πρόγραμμα σφιχτά, μέσα στις δοσμένες ημερομηνίες.

Βρισκόμαστε πλέον στο 1995 και το «Βλέμμα του Οδυσσέα», μια πραγματικά καλή ταινία συνολικά. Ο ανήσυχος 50φεύγα αριστερός ήρωας με τις αναζητήσεις είναι πάλι εδώ, λέγεται Χάρβει Καϊτέλ και, χάρις τις ανατροπές στις ανατολικές χώρες που προηγήθηκαν, εδώ είναι και οι ερωτήσεις που τον στοιχειώνουν για το «ποιος είναι» και το «πού βαδίζουμε». Η ταινία πάντως βάδισε κοντά στον Χρυσό Φοίνικα των Καννών για να τον χάσει απ’ το Underground του Εμίρ Κουστουρίτσα. Κάτι που έσπευσε να δικαιολογήσει ο Τ.

-Μα γιατί δεν μπορεί να κάνει μια ταινία όπως ο Κοστουρίτσα;! Ας έχει και σουρεαλισμό, οκ, αλλά τουλάχιστον να βλέπεται!
-Άντε μωρέ τον πασόκο!

του αντέτεινα, παριστάνοντας ότι λέω κάτι χρήσιμο και αποστομωτικό. Ο Φοίνικας τελικά πάρθηκε, αλλά το 1998 με την «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα», μια ταινία με πολλή Θεσσαλονίκη μέσα της, απ’ αυτή τη βροχερή και συννεφιασμένη που αρέσει (αρέσει;) σ’ εμάς τους ντόπιους (σε μένα τουλάχιστον). Την ταινία πάντως την κρίναμε ως μέτρια. Αλγεινή εντύπωση μας προκάλεσε δε, το «τεχνικό θέμα» με το ντουμπλάρισμα στις φωνές των ηθοποιών. Ο Φοίνικας όμως πάρθηκε. Και ποιοι είμαστε εμείς να τον αμφισβητήσουμε; Αλλά γι’ αυτό, λίγο αργότερα. Επόμενη ταινία μας ήταν Το Λιβάδι που Δακρύζει (2004), μια μεγάλη παραγωγή για τα ελληνικά δεδομένα, που πέρα απ’ το θαυμάσιο σκηνικό του πλημμυρισμένου χωριού δε μας έδωσε κάτι παραπάνω.

Όπως όλα τα ωραία, έτσι και τα «Ε, δεν τρελάθηκα κιόλας» έχουν ένα τέλος. Και το τέλος αυτό ήρθε λίγο μετά το φετινό Πάσχα όταν η τριάδα μαζεύτηκε για τελευταία φορά, να δει τη Σκόνη του Χρόνου (2008). Ήταν η πρώτη φορά που μαζί με τη σχετική απογοήτευση για τη μορφή, ήρθε και η λιγότερο σχετική απογοήτευση για το περιεχόμενο. Ο Αγγελόπουλος, έχοντας προφανώς ολοκληρώσει τη μεταστροφή του σε παραιτημένο πρώην αριστερό, δίνει σε αυτή την ταινία ρεσιτάλ απογοήτευσης. Προς το τέλος, ο σκηνοθέτης αφήνει τους υπαινιγμούς, ένας απ’ τους ηθοποιούς λέει:

-Ονειρευτήκαμε έναν άλλο κόσμο. Πώς χάθηκαν όλα; Μερικοί από εμάς είχαμε πιστέψει ότι είμαστε πολιορκητές τ’ ουρανού…
-Όπως είχε πει κάποιος, μας πέταξε στο περιθώριο η Ιστορία

Και αυτή ήταν η 2η ταινία στην προγραμματισμένη τριλογία, φανταζόμαστε τι θα έβαζε στο στόμα των πρωταγωνιστών του ο σκηνοθέτης στην 3η που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Όμως πριν πάμε στο περιεχόμενο, ας μείνουμε λίγο στη μορφή. Οι ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου, είναι αργές και δυσνόητες. Αυτό είναι αντικειμενικό, ακόμα κι απ’ τους «φαν» του. Αλλά το ερώτημα είναι άλλο.
Τελικά τι είναι η τέχνη; Υπάρχει μια «υψηλή» τέχνη και μια «χαμηλή» τέχνη; Και τι «οφείλει να είναι», αν «οφείλει» κάτι βέβαια; Ο καλλιτέχνης κάνει αυτό που θέλει και δε δίνει δεκάρα για το θεατή; Ή μήπως πρέπει να προσαρμόζεται στο θεατή; Και εάν υποθέσουμε ότι προσαρμόζεται, πρέπει το έργο του από άποψη ευκολίας κατανόησης να βρίσκεται στο ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο της αντίληψης των θεατών; Να «τα δίνει όλα στα πιάτο», χωρίς να απαιτεί καμιά διανοητική προσπάθεια απ’ το θεατή; Και εάν, κουτσά-στραβά, δώσουμε απάντηση σε αυτό, η απάντησή μας αφορά και τη λεγόμενη «στρατευμένη τέχνη»; Ακόμα και αν το κοινό σου είναι εργαζόμενοι, καταπιεσμένοι, άνθρωποι του μεροκάματου, που δεν προλαβαίνουν να πάνε απ’ τη φάμπρικα στο σινεμά, γιατί έχουν να μαγειρέψουν, να διαβάσουν τα παιδιά και να σιδερώσουν τα πουκάμισα του συζύγου τους;

-Ένσταση! Δεν είναι αυτό το κοινό του Αγγελόπουλου.
-Ναι, αλλά έμμεσα, μέσω της θεματολογίας που διατρέχει ολόκληρο το έργο του, αναφέρεται σε αυτούς
-Ναι αλλά δεν απευθύνεται σ’ αυτούς
-Και δηλαδή, τι; Ο «εργάτης» όπως λες, είναι μόνο για τσίπουρα και ρεμπέτικα;
-Μα δεν ακούει καν ρεμπέτικα πλέον, Μάκη Δημάκη ακούει
-Ε, δε θα πρέπει να ανεβάσουμε το πολιτιστικό του επίπεδο; Το ’41 στην περικυκλωμένη Μόσχα, οι εργάτες πήγαιναν να δουν μπαλέτ…
-Ηρέμησε

Βεβαίως ο Αγγελόπουλος δεν κάνει στρατευμένη τέχνη, τουλάχιστον όχι με την έννοια που έχουμε συνηθίσει. Το έργο του που μέχρι το ’85 είναι ευθέως πολιτικό και μετέπειτα που είναι πλαγίως το ίδιο, δεν είναι αυτό που θα λέγαμε ότι θα μας συγκινούσε για να «βγούμε στους δρόμους» και να φέρουμε «ανάποδα τον ντουνιά». Και αυτό αφορά και τους αρχετυπικούς «αγράμματους» «εργάτες» και εμάς τους ντεμέκ «εγγραμμάτους» και «διανοουμενίζοντες» «εργάτες». Μπορεί ο Αγγελόπουλος στις πρώτες του ταινίες να εκφράζει ένα θαυμασμό στους παλιούς αγωνιστές και να τους εξιδανικεύει, όμως στις ταινίες μετά το ’90 η οπτική του αλλάζει. Γι’ αυτό έχει αποκληθεί «ποιητής της ήττας». Είτε της γλυκόπικρης ήττας που αφήνει παρακαταθήκες, είτε της ήττας που ακολουθείται από παραίτηση και οριστική κατάθεση των όπλων. Η πορεία του αυτή αποτυπώνεται και στο πανί.

-Να επανέλθουμε λιγάκι; Δηλαδή όποιος δε γουστάρει Αγγελόπουλο, σημαίνει ότι τη βρίσκει με Σεφερλή; Δεν υπάρχει μέση οδός;
-Κατ’ αρχάς ποιος είπε ότι οι εργάτες δε γουστάρουν Αγγελόπ… α, εγώ το είπα, λίγο πριν. Ε, λοιπόν, το αναιρώ!

Κι όμως αν το καλοσκεφτούμε, ορίστε τι συνέβη. Από την παρέα μας των τριών, ο πιο «εργάτης» απ’ τους τρεις μας, αυτός που βαράει 12ωρα μέσα στην κουζίνα, ο απόφοιτος λυκείου Τ. είπε ότι ο Αγγελόπουλος είναι απαράδεκτος. Ο 2ος (που εργάζεται σκληρά μεν, αλλά έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και θέλει να καριέρα στην έρευνα) ο Σ. δηλαδή, ήταν ο πιο υπερασπιστικός απέναντι στις ταινίες και του άρεσε η ματιά του σκηνοθέτη σε πολλές. Ο 3ος (εγώ), που πήγα λίγο ΤΕΙ, αλλά «δεν», που είμαι πιο «διαβαστερός» γενικά αλλά επαγγελματικά ασχολούμαι με τα ζαρζαβατικά, προσπάθησα σαν κλασσικός ισορροπιστής-κεντριστής να βάλω ένα σωρό «ναι, μεν αλλά» στη συζήτηση.
Με τη λήξη της Σκόνης του Χρόνου νιώσαμε μια βαθιά ανακούφιση, κυρίως γιατί μετά από σχεδόν 3 χρόνια, καταφέραμε να ολοκληρώσουμε το «The Theo Project». Αλλά ο Τ. ήταν για άλλη μια φορά ξεκάθαρος:

-Χάσαμε 13x3=39 ώρες (σ.σ. μπακαλίστικος μέσος όρος διάρκειας των ταινιών) απ’ τη ζωή μας. Ώρες, που θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε πιο δημιουργικά
-Ναι, αλλά είδαμε τέχνη, ο άνθρωπος θεωρείται μαιτρ του παγκόσμ…
-«Τέχνη-ξετέχνη», δεν ξέρω, αλλά ο Αγγελόπουλος δε βλέπεται

Δε μπορέσαμε με τον Σ. να του απαντήσουμε. Ούτε ακόμα κι εγώ που έχω μια «ερωτική» σχέση με το Βασίλη Ραφαηλίδη, πνευματικό παιδί του Θ. Αγγελόπουλου και εκθειαστή του έργου του, που μου έχει «εξηγήσει» προκαταβολικά πολλές ταινίες του, μέσω των βιβλίων του. Στο μυαλό μου ήρθε ένα απόσπασμα από ένα σημείωμα του αείμνηστου κριτικού Ν. Αντωνάκου για κάποιον άλλον σκηνοθέτη: «Η δυσκολία στην ανάγνωση ενός έργου τέχνης δεν είναι καλό πράγμα ούτε για τον θεατή ούτε, βέβαια, και για το δημιουργό. Γιατί δυσκολεύει την επικοινωνία και οδηγεί στη μείωση, που φτάνει, ανάλογα, μέχρι και την ακύρωση του στόχου! […] Η τέχνη, για να υπηρετεί τον κοινωνικό ρόλο της, δεν είναι, δεν πρέπει να είναι βασανιστική. […] Ο δημιουργός δεν πρέπει να ακυρώνει τον αποδέκτη ή το αντίστροφο. Η τέχνη απαιτεί τη συνεργασία αυτών των δυο πόλων. Γιατί ο σκοπός και ο στόχος είναι ο ίδιος και για τους δυο. Η κατανόηση της πραγματικότητας!»

Απ’ την άλλη μπορεί να ήμασταν και «λίγοι» για να σηκώσουμε αυτό το βάρος.
Γιατί λίγοι ήμασταν σίγουρα.
Μόνο τρεις.

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Για την Πέννυ

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 16/06/2017]


Αίσθηση προκάλεσε τις προηγούμενες μέρες στα social media η καταγγελία νεαρής κοπέλας απ’ τη Θεσσαλονίκη ότι ρασοφόρος την παρενόχλησε σεξουαλικά θωπεύοντας την και δείχνοντας τα γεννητικά του όργανα σε αστικό λεωφορείο. Μάλιστα κρατώντας την ψυχραιμία της φωτογράφησε το λεγόμενο και «μόριο». Ανάρτησε τη σχετική καταγγελία στο Facebook, και μια άλλη γυναίκα που είχε υποστεί τα ίδια της έστειλε μια φωτογραφία πιθανού δράστη, τον οποίο και η πρώτη κοπέλα ταυτοποίησε.
Η μεγαλύτερη αίσθηση όμως για μένα, δεν ήταν το περιστατικό καθαυτό. Παρενοχλήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς (και όχι μόνο) συμβαίνουν κάθε μέρα, όλοι γνωρίζουμε ότι το «άθλημα» της «μπουτοτριψίας» ανθεί και αυτές που το υφίστανται είναι συντριπτικά γυναίκες. Και δεν προκαλεί εντύπωση ούτε η αναφορά της καταγγέλλουσας ότι στο ίδιο το λεωφορείο, όταν φώναξε ότι κάτι συμβαίνει, δεν ασχολήθηκε σχεδόν κανείς μαζί της. Η ατομικίστικη απάθεια και αδιαφορία για το αν δέρνουν ή… σφάζουν το διπλανό είναι 24ωρο φαινόμενο. Γιατί θα ‘πρεπε να είναι σε αναστολή μάσα στο λεωφορείο της Άνω Τούμπας;
Το πραγματικά χυδαίο ήταν η αντιμετώπιση της γυναίκας αυτής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ιδιαίτερα στο προφίλ της στο Facebook. Τόνοι οχετού ξεράστηκαν, από τους πιο «χαριτωμένους» όπως «Έλα που δεν το ήθελες» έως τα πιο ωμά τύπου «Δεν τη βλέπετε; Ένα άθεο πουτ@ν@κι με κόκκινα μαλλιά είναι, σιγά μη λέει αλήθεια». Ποτέ δεν συγκεντρώθηκαν τόσα βλακώδη στερεότυπα σε δύο φράσεις. Παράλληλα, δεν έλειψαν και αυτοί που είδαν πίσω απ’ την καταγγελία μια έντεχνη «προσπάθεια των Εβραίων, των Ελωχίμ και των αναρχικών να χτυπηθεί η θρησκεία μας», και μας καλούσαν να «Ξιπνοιςουμαι!11» για να το αποτρέψουμε. Συνειδητά αποφεύγω να κοσμήσω το παρόν κείμενο με print screens της απύθμενης αλητείας που εκφράστηκε δημόσια αυτές τις μέρες.
Ακόμα μια παρατήρηση έχει να κάνει με το ότι φορείς των παραπάνω χυδαίων επιθέσεων ήταν μεν κατά πλειοψηφία άντρες, όμως μια ισχυρή μερίδα ήταν γυναίκες δείγμα ότι η σεξιστική κουλτούρα έχει εγκολπωθεί, σε μεγάλο βαθμό (σαν μια μορφή «άμυνας» ίσως) και απ’ αυτές. Το τελευταίο μου θυμίζει τη στάση ορισμένων μεταναστών πρώτης γενιάς απ’ τη δεκαετία του ’90 που τη δεκαετία του 2000 ψήφιζαν… Καρατζαφέρη γιατί «εμείς ήρθαμε νωρίς, όχι σαν τους Πακιστανούς»! Αλλά ούτε αυτό εκπλήσσει πλέον. Και πέριξ της Χρυσής Αυγής ανθεί αυτό το φαινόμενο τα τελευταία χρόνια. Φυσικά υπήρξε μια μεγάλη μερίδα χρηστών με αποθέματα τσίπας και ανθρωπιάς που συμπαραστάθηκαν στην κοπέλα. Ίσως να ήταν και πλειοψηφική. Όμως δεν είναι (είμαστε) αρκετοί.
Οφείλω να εξηγηθώ ότι ποτέ δεν θεωρούσα το θέμα του σεξισμού στην ελληνική κοινωνία πρωτεύον. Μπορεί να φαίνεται παλιομοδίτικο ή μπανάλ σε κάποιους (ίσως και στον αναγνώστη της Κατιούσα που πρόσφατα έγραψε για παρόμοιο θέμα στη στήλη των αναγνωστών) αλλά η βασική αντίθεση που λέμε εμείς οι (πιο) παλιοί φτάνει και περισσεύει για να αποτελεί το κριτήριο των απόψεων και των επιλογών μας. Και εγώ ο ίδιος έχω ειρωνευτεί έως και χλευάσει παλαιότερα, όσους το ανήγαγαν σε θέμα πρώτης προτεραιότητας. Και συνεχίζω να πιστεύω ότι δεν είναι πρωτεύον. Είναι όμως ένα σημαντικό δευτερεύον θέμα που δεν πρέπει να περνάει στο «ντούκου», ειδικά όταν είναι ένα φαινόμενο που αγγίζει τους εργαζόμενους στην καθημερινότητά τους, άντρες και γυναίκες, ως θύτες ή ως θύματα, ή συνήθως, ως ουδέτερους (ουδέτερους;) παρατηρητές.

Περισσότερα όμως για το πώς εκφράζονται όλα αυτά στην εργατική τάξη, σε επόμενο κείμενο.

Μέχρι τότε, είμαστε με την Πέννυ.

Survivor: Θεάματα δίχως άρτο αλλά με RT στην εποχή της κρίσης

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 31/05/2017]


«Φαινόμενο δεν είναι οι αστραπές και το χαλάζι», μας πληροφορούσε ο Βασίλης Καρράς το 1999. Και είχε δίκιο. Φαινόμενο είναι το Survivor ή Σαρβάιβορ ή Σερβάιβερ ή Σoυρβάιβορ ανάλογα αν αυτός που το λέει είναι κάτοχος lower, proficiency ή απλά βλέπει πολλές αμερικάνικες ταινίες μαζεμένες το Σαββατοκύριακο.
Τι είναι όμως αυτό το ρημάδι το «Survivor»; Και τι το κάνει ιδιαίτερα ελκυστικό σε μια ευρεία γκάμα τηλεθεατών; «Μέλι έχει»; Πώς γίνεται να το παρακολουθεί ταυτόχρονα ο 21χρονος φοιτητής Αρχιτεκτονικής από το Βόλο, μεταθέτοντας χρονικά την έξοδό του για τσίπουρα, ο 47χρονος ιδιοκτήτης συνεργείου αυτοκινήτων από τα Σεπόλια, χωρίς να δυσανασχετεί που η ανάλυση των φάσεων της Σουπερλίγκας από τον Παναγιώτη Βαρούχα θα καθυστερήσει λιγάκι αλλά και η 64χρονη κυρά-Ματούλα, από το Κοπανάκι Τριφυλλίας που το ίδιο πρωί άκουγε με ευλάβεια το κήρυγμα του παπά-Φώτη «ενάντια στα πρότυπα των κίναιδων που περνάει η τηλεόραση»;
Έστι δε «Σαρβάιβορ» (και μάλιστα «5», λόγω των διάφορων εκδοχών που προηγήθηκαν) το reality-τηλεπαιχνίδι επιβίωσης όπου καμιά 20αριά άνθρωποι βρίσκονται «αποκλεισμένοι» σε ένα ειδυλλιακό αλλά αφιλόξενο νησί της Καραϊβικής κοντά στον Άγιο Δομίνικο και προσπαθούν να επιβιώσουν με πενιχρά τεχνικά μέσα και ανεπαρκή ποσότητα τροφής. Οι διαγωνιζόμενοι είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες, τους (όχι και τόσο) «Διάσημους» (μοντέλα, γυμνάστριες, ποδοσφαιριστές της Ρόμα κλπ), και τους κοινούς θνητούς «Μαχητές» στους οποίους περιλαμβάνονται μέχρι και «μάνατζερ ράγκμπι» (;). Οι συμμετέχοντες λαμβάνουν περιοδικά μέρος σε αγωνίσματα στα οποία η νικήτρια ομάδα κερδίζει κάποιο έπαθλο, συνήθως αυξημένη παροχή τροφίμων, ενώ ταυτόχρονα αποκτά «ασυλία» για τα μέλη της (δηλαδή τη δυνατότητα να παραμείνουν στο παιχνίδι). Παράλληλα, οι συμμετέχοντες κρίνονται και ατομικά με τους καλύτερους να απολαμβάνουν και τη λεγόμενη «ατομική ασυλία». Οι «χειρότεροι», μαζί με τους πιο αντιδημοφιλείς της ηττημένης ομάδας (μετά από εσωτερική ψηφοφορία) τίθενται υπό την κρίση του τηλεοπτικού κοινού το οποίο και αποφασίζει την αποχώρηση απ’ το παιχνίδι. Στο τέλος του παιχνιδιού ο νικητής, ο οποίος, όπως και στον Χαϊλάντερ, μπορεί να είναι μόνο ένας, θα κερδίσει 100.000 ευρώ.
Το Φεβρουάριο, όταν ξεκίνησε η προβολή του Survivor, το σόου αντιμετωπίστηκε με θυμηδία και χλιαρότητα, όχι μόνο από τους «πολέμιους των reality», αλλά ακόμα και από τους fans τέτοιων εκπομπών ως κάτι παρωχημένο, ως «ξαναζεσταμένο φαγητό» της εποχής της λεγόμενης «επίπλαστης ευμάρειας» των αρχών της δεκαετίας του 2000. Όμως μετά τις πρώτες προβολές άρχισε να αποκτά τηλεθέαση και κυρίως κοινωνική απήχηση. Η χρήση ονομάτων, ατακών και περιστατικών από το παιχνίδι ως αναλογία για κάτι άλλο έγινε κοινός τόπος σε παρέες, χώρους δουλειάς, σε κάθε μετερίζι. Καταλαβαίνεις κάτι τέτοιο στην καθημερινότητα, όταν, παρακολουθώντας τις αργές κινήσεις ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ σε αγώνα ήσσονος σημασίας, ακούς από θαμώνα της καφετέριας «Ρε μαλάκα, πόσο χοντρός είναι αυτός ο Μπίσεσβαρ! Αυτός έχει μεγαλύτερο κώλο και από τη Λάουρα» κάνοντάς σε βέβαια να απορείς για την κοινή περί χοντρότητας αντίληψη που τείνει να επικρατήσει στις μέρες μας. Ή ακόμα όταν μαθαίνεις ότι αυξήθηκαν κατακόρυφα οι πωλήσεις καρύδας στην Ελλάδα λόγω της άτυπης «τοποθέτησης προϊόντος» ή μάλλον λόγω της τοποθέτησης ενός προϊόντος (τηλεοπτικού) εκεί που προϋπήρχαν καρύδες.
Στην αυγή του πρώτου Survivor (2003) και νωρίτερα του Big Brother (2001) η χρήση, και η ίδια η ύπαρξη κοινωνικών δικτύων (κι ακόμα-ακόμα και του Internet καθαυτού) ήταν σε εμβρυακό στάδιο στη χώρα μας. Το μόνο μέσο που μπορούσε να αναπαράγει και να σχολιάσει ξανά και ξανά τα τεκταινόμενα σε ένα τηλεπαιχνίδι ήταν η τηλεόραση κυρίως μέσω των μεσημεριανών εκπομπών, πράγμα που προσέφερε χαμηλή ή καθόλου διάδραση. Σήμερα όμως στην εποχή του Facebook και του Twitter, η δυνατότητα αναπαραγωγής, διαστρέβλωσης και διόγκωσης ενός γεγονότος, μια είδησης ή εν τέλει μιας φράσης σε μια «ιδιωτική» συνομιλία σε ένα τηλεπαιχνίδι είναι μεγάλη και οι συνέπειες είναι πολλές φορές βίαιες και μη αναστρέψιμες. Ο ούτως ή άλλως παραμορφωτικός φακός ενός, αναγκαστικά, «άγρια» μονταριζόμενου προϊόντος περνάει από πολλαπλή παραμόρφωση ξανά και ξανά από το ίδιο το τηλεοπτικό κοινό. Ένα σωματικό ελάττωμα, μια κακή επίδοση σε ένα αγώνισμα, μια βρισιά πάνω στα νεύρα μπορούν να γίνουν viral memes (τι;) για μέρες, η Χριστίνα Λαμπίρη θα βγάλει «αποκλειστικά» τον πρώην σύντροφο της διαγωνιζόμενης στο τηλέφωνο να μας πει για την καθημερινότητά της, ενώ η μητέρα του έτερου διαγωνιζόμενου θα ορκιστεί σε απευθείας μετάδοση για το «πόσο καλός και υπάκουος μαθητής» ήταν ο γιος της. Την ίδια ώρα στα social media η «Ευρυδίκη» θα είναι για κάποιους μια «@γ@μητη πουτ@^@» (ενδιαφέρων συνδυασμός είναι αλήθεια), ενώ «ο Κινέζος τον παίρνει». Η αδηφάγα, μισανθρωπική, «σκατόψυχη» ελλείψει καλύτερης λέξης, σύγχρονη εκδοχή του κουτσομπολιού. Τα υποκείμενα που δρουν σε ένα παιχνίδι με ορούς κατασπάραξης του διπλανού «μέσα», γίνονται με τη σειρά τους αντικείμενα κανιβαλισμού «έξω».
Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα. Το Survivor είναι απλά ένα τηλεοπτικό παιχνίδι ή «παράγει ιδεολογία»; Ο Σκάι και η εταιρεία παραγωγής θέλουν απλά να βγάλουν ένα κάρο λεφτά ή θέλουν να μας «αποβλακώσουν για να μην αντιδρούμε στα μνημόνια». Και δηλαδή αν δεν υπήρχε Survivor «ο κόσμος θα ήταν στους δρόμους» και θα «ανατρέπαμε τον καπιταλισμό»;
Η ιστορία έχει δείξει ότι η ιδεολογική λειτουργία των δημόσιων θεαμάτων είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό τους. Συμβάλλει στην αναπαραγωγή των κοινωνικών προτύπων και δίνει το γενικό «τόνο» στους «από κάτω». Οι δημόσιοι απαγχονισμοί πχ. στο Μεσαίωνα, μολονότι «διασκεδαστικό» θέαμα, εξυπηρετούσαν την αναπαραγωγή του φόβου. Όμως στη σύγχρονη εποχή, θεωρώ ότι ο παραγωγός ενός τηλεοπτικού προϊόντος αποσκοπεί πρωτίστως στην αποκόμιση άμεσου κέρδους και λιγότερο στην ιδεολογική προπαγάνδα. Δε λέω ότι αυτό δεν υπάρχει, λέω ότι μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Τρανταχτό παράδειγμα. Σε πρόσφατο επεισόδιο του σόου, όπου προσφέρθηκε στους συμμετέχοντες μια έκτακτη βραδιά χαλάρωσης με όλες τις ανέσεις του πολιτισμού, οι παίκτες κλήθηκαν να τραγουδήσουν, χαβαλετζήδικα, από ένα τραγούδι. Ένας από αυτούς επέλεξε τη Μπαλάντα του Κυρ-Μέντιου του Ν. Ξυλούρη. Σαν να μην έφτανε αυτό είπε: «Θα σας πω τη Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου, από Σφακιανάκη». Για να κάνουμε σαφές το μέγεθος της ειρωνείας πρόκειται για το τραγούδι που περιλαμβάνει τους στίχους «Και στον πόλεμο όλα για όλα, κουβαλούσα πολυβόλα, να σκοτώνονται οι λαοί, για τ’ αφέντη το φαΐ» και για το ίδιο ποίημα του κομμουνιστή ποιητή Κώστα Βάρναλη που λίγες αράδες πιο κάτω λέει μεταξύ άλλων: «Κι ο παπάς με την κοιλιά του, μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του, και μου μίλαε κουνιστός: “Σε καβάλησε ο Χριστός”». Δεν περιμέναμε βέβαια από έναν παίκτη ριάλιτυ να «νιώσει» τι τραγουδάει (εδώ δεν «ένιωσε» ο ίδιος ο, κατά διαδοχικές δηλώσεις του «άθεος», «12θεϊστής», «χρυσαυγίτης» αοιδός που το επανεκτέλεσε). Πρόκειται όμως για ένα δείγμα χαρακτηριστικό της νοοτροπίας των παραγωγών. Αν ο επιχειρηματίας των ΜΜΕ μπορούσε να βγάλει λεφτά προβάλλοντας όλη μέρα Ταρκόφσκι ή την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν, θα το έκανε. Όχι γιατί θα ήθελε να ανυψώσει το πολιτιστικό επίπεδο των τηλεθεατών αλλά γιατί θα γέμιζε μηδενικά τον τραπεζικό του λογαριασμό. Αν μπορούσαν να μας πουλήσουν το «Δεκέμβρη του ’44» σε τηλεοπτική σειρά, θα το έκαναν.

Όμως, λένε ότι «The Revolution won’t be televised» («Η Επανάσταση δε θα προβληθεί στην τηλεόραση»).

Ούτε όμως θα αποτραπεί απ’ αυτήν.

Το παρακράτος της ΔΑΠ στα ΤΕΙ

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 24/05/2017]


Η ΔΑΠ στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης διαχρονικά έχει ποσοστά «Βόρειας Κορέας» όπως θα ‘λεγε κάποιος κακεντρεχής. Τα ποσοστά αυτά τα πιάνει είτε με τις παραδοσιακές μεθόδους της εξαγοράς ψήφων κλπ είτε με πιο «ανορθόδοξες». Σε μια δημόσια καταμέτρηση λοιπόν στα mid-00’s στη ΣΤΕΓ (Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας), η κάλπη κάποια στιγμή έβγαλε ένα ψηφοδέλτιο ΔΑΠ. Όχι όμως ένα οποιοδήποτε ψηφοδέλτιο ΔΑΠ, αλλά ένα ψηφοδέλτιο που έγραφε πάνω «Γ@ΜΩ ΤΗ…» δίπλα στο λογότυπο της παράταξης. Τα μέλη της εφορευτικής επιτροπής που πρόσκειντο στην ΠΚΣ και την ΠΑΣΠ φυσικά ζήτησαν το ψηφοδέλτιο να καταχωρηθεί στα άκυρα. Ο πρόεδρος όμως της εφορευτικής δήλωσε μεγαλοφώνως και πομπωδώς προς την ομήγυρη ότι «Το ψηφοδέλτιο είναι έγκυρο, διότι δηλώνει “πρόθεση ψήφου”»! Δε γελάσαμε, αλλά οι διαμαρτυρίες μας έπεσαν στο κενό. Μικρή λεπτομέρεια. Ο συσχετισμός στην εφορευτική, ήταν αντίστοιχος του απερχόμενου ΔΣ, δηλαδή ΔΑΠ 5, ΠΚΣ 1, ΠΑΣΠ 1


-----



Κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του ’00 η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης αντιμετώπιζε εσωτερικά προβλήματα με τα διάφορα «ξύλα» ανάμεσα στις διαφορετικές «φράξιες» της να βρίσκονται στη ημερήσια διάταξη. Η σύγκρουση στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης κορυφώθηκε όταν η πλειοψηφία της ντόπιας ΔΑΠ-ΤΕΙΘ απαγόρεψε στους δαπίτες της μειοψηφίας (που όμως) ήταν εναρμονισμένοι με τη… ΔΑΠ-ΑΠΘ να κατέβουν ως …ΔΑΠ στις σχολές τους. Οι γιαλαντζί δαπίτες τότε (όχι υπολειπόμενοι σε λέρα απ’ τους «κανονικούς») έβαλαν τα ρούχα τους αλλιώς. Για την ακρίβεια το προηγούμενο βράδυ των εκλογών «γύρισαν τις αφίσες τους αλλιώς» και άρχισαν να γράφουν με μπλε μαρκαδόρο «Π.Κ.Ν.Φ.». Όταν ολοκλήρωσαν το έργο τους, βρεθήκαμε μπροστά στα τραπεζάκια τους όπου διαβάσαμε το εξής κωμικοτραγικό: Π.Κ.Ν.Φ. Πρωτοποριακή Κίνηση Νεοδημοκρατών Φοιτητών! Φυσικά την επόμενη μέρα η ΠΚΝΦ ακύρωσε το ψηφοδέλτιο της κανονικής ΔΑΠ στις σχολές που είχε την πλειοψηφία. Την ίδια ώρα στη δική μου σχολή, τη ΣΤΕΓ, ο «αντάρτης» δαπίτης (γνωστός «γιωτάς» της σχολής) δεν είχε καταφέρει να εναρμονιστεί με τους ΠΚΝΦίτες και κατέβηκε μόνος του με τον ευρηματικό τίτλο «Νέα Δύναμη» και τα προφανή αρχικά «Ν.Δ.». Οι επίσημοι δαπίτες, αφού τον άφησαν να ξεροσταλιάζει όλη τη μέρα υποδεχόμενος ψηφοφόρους νομίζοντας πως είναι έγκυρος, το βράδυ στην καταμέτρηση του ακύρωσαν το ψηφοδέλτιο, κατόπιν εορτής, και αφού είχε μαζέψει καμιά 20 ψήφους (για μέτρο σύγκρισης, η ΔΑΠ πήρε περίπου 400). Σαν αιτιολογία ο πρόεδρος της εφορευτικής, γνωστός 35άρης αιώνιος επαγγελματίας δαπίτης δήλωσε ότι «Η μοναδική δύναμη που εκφράζει το φιλελεύθερο χώρο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι η ΔΑΠ. Ο παραπλανητικός τίτλος “ΝΔ” του εν λόγω ψηφοδελτίου μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις και ως εκ τούτου, ακυρώνεται».