Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Καλύτερα Τσάνταλη. Κι ακόμα καλύτερα χυμό βύσσινο

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 28/06/2017]


-Γουστάρεις; 
-Μπουτάρης

Αυτό ήταν το σλόγκαν του Γιάννη Μπουτάρη, εκφωνημένο απ’ τον Δημήτρη Σταρόβα στις Δημοτικές Εκλογές του 2010. Ήταν οι εκλογές που έκλεισαν έναν 25ετή κύκλο, μεταξύ άλλων διεφθαρμένης, διοίκησης της πόλης απ’ τη «δεξιά». Διοίκησης της οποίας ο προεξάρχων βρέθηκε λίγο αργότερα στη φυλακή.
Τι το καλύτερο θα μπορούσε να ευχηθεί κάποιος για την πόλη, την πόλη της «Τρύπας» του Κούβελα, της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας» του Κοσμόπουλου, και των εκατομμυρίων που έκαναν φτερά του Παπαγεωργόπουλου; Συν τοις άλλοις εμείς οι σαντουιτσοφάγοι, αποφύγαμε και τον conservative δαπίτη «μακεδονομάχο» Κώστα Γκιουλέκα. Κανονικά θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες που αποκτήσαμε έναν κλασάτο αλλά προσιτό, «ακομπλεξάριστο» κοσμοπολίτη (γεροντο)χίπστερ δήμαρχο.
Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Ή μάλλον το ¼. Ή καλύτερα το 2%. Βασικά ούτε αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι το ο πυρήνας, το «core» που λένε και στο Κορδελιό, της πολιτικής των δημάρχων που πέρασαν ήταν ο ίδιος. Υποβάθμιση της πόλης, ξεπάτωμα των εργαζομένων, και στρώσιμο του χαλιού για μεταφορά πόρων και αρμοδιοτήτων σε ιδιώτες. Μικρή σημασία έχει ότι γλιτώσαμε από τις πιθανές εθνικολεβέντικες βλαχομπαρόκ φιέστες του Γκιουλέκα. Άλλωστε τις αντικαταστήσαμε με αγάλματα στη βασίλισσα Όλγα. Παράλληλα όλο (μα όλο όμως) το αντιλαϊκό περιεχόμενο των μνημονίων εγκολπώθηκε και εφαρμόστηκε άριστα απ’ τον Μπουτάρη. «Κάθε φορά που θα ακούω ένα “κιχ”, θα προσθέτω και μια μέρα αποκομιδής για τους ιδιώτες […] 14 μέρες… 15 μέρες..», είπε πριν από μερικές μέρες στους συμβασιούχους σκουπιδιάρηδες, ειρωνευόμενος το αίτημα τους να συνεχίσουν να μαζεύουν τα σκατά μας από τους δρόμους. Ακόμα και με όρους «αισθητικής», η δημαρχάρα του 21ου αιώνα, τρώει «άκυρο».
Οπότε, την επόμενη φορά που θα κάνουμε επιλογή με βάση την αισθητική και όχι την πολιτική, ας το σκεφτούμε, αλλιώς θα καταλήξουμε με δήμαρχο μια Χίλαρυ που απλά θα πίνει φραπόγαλο στην Παραλία, που θα έχει ελάχιστες ή καθόλου διαφορές από έναν Τραμπ που τρώει μπουγάτσα με τυρί.

Μια τριετία και μια μέρα. Παρακολουθώντας τις ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 23/06/2017]


Τι κοινό έχει ένας μάγειρας που δουλεύει 6 μήνες σεζόν στα κάτεργα των ελληνικών νησιών και 6 μήνες στα αντίστοιχα της πόλης, ένας μηχανολόγος (από ΤΕΙ) που δουλεύει σε γραμμή παραγωγής σαν απλός εργάτης και ένας εμποροϋπάλληλος, που πουλάει μπρόκολα και αβοκάντα; Εκ πρώτης όψεως, πολλά. Εκ δεύτερης, ακόμα περισσότερα. Εδώ θα αναφερθούμε στην όρεξη, την υπομονή και το ψυχικό σθένος να συμμετάσχουν σε ένα project που -δεν- θα αλλάξει άρδην τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα.


Ήταν καλοκαίρι του ’14 όταν ο Σ. μου ανακοίνωνε το τέλος μιας πολύχρονης προσωπικής του σχέσης, όχι συντετριμμένος αλλά με τη φυσιολογική στεναχώρια που προξενούν αυτά τα πράγματα. Μετά το αρχικό σοκ, την εκστόμιση φοβερά πρωτότυπων εκφράσεων από μέρους μου όπως «δεν πειράζει», «κράτα γερά», «την υγειά μας να ‘χουμε πάνω απ’ όλα» και άλλων συναφών κοινοτοπιών από το «Τόλης Βοσκόπουλος προς Γιώργο Λεμπέση playbook», (ξανα)έριξα στο τραπέζι τη μεγάλη ιδέα:

-Θυμάσαι που σου είχα πει ότι πρέπει κάποτε να κάτσουμε να δούμε όλες τις ταινίες του Αγγελόπουλου;
-Ω, ναι ρε, εννοείται! Μέσα!
-Γερά;
-Γερά!

Στην παρέα μας προστέθηκε και ο πολύτιμος Τ., ο οποίος συμπλήρωνε αριστουργηματικά το καστ. Αν εγώ και ο Σ. ήμασταν οι σχετικά πιο «καλλιεργημένοι», με τον Σ. να είναι βαθύς γνώστης της μεσαιωνικής-αναγεννησιακής ιστορίας και μεγάλος οπαδός της κλασσικής μουσικής, ο Τ. ήταν ο flat κυνικός ωφελιμιστής που με τις διαβρωτικές/ισοπεδωτικές του κρίσεις μας επανέφερε κάθε τόσο στην πραγματικότητα. Δώσαμε τα χέρια και ξεκινήσαμε τις προβολές με χρονολογική σειρά, για να παρακολουθήσουμε και την εξέλιξη της ματιάς του σκηνοθέτη με την πάροδο του χρόνου. Να σημειωθεί ότι 4-5 απ’ τις ταινίες τις είχα δει παλαιότερα, με τους συντρόφους μου σε αυτό το ταξίδι να έχουν δει 1-2 αθροιστικά. Όλοι μας όμως είχαμε μεγαλώσει με το στερεότυπο για τα αργά πλάνα, την απουσία ρυθμού και την αφαιρετική αφήγηση στις ταινίες του Αγγελόπουλου. Απέμενε να δούμε κατά πόσο αυτό είναι ένας μύθος ή αν είναι πραγματικότητα. Και εάν συνέβαινε το δεύτερο, αν θα ήταν τόσο καθοριστικό ώστε να κάνει τις ταινίες «κακές». Ακολουθεί το χρονικό, με αποφυγή των spoilers, όσο γίνεται.

-Μα ποιων spoilers; Αφού δεν γίνεται τίποτα στο τέλος…
-Βρε κάτσε να δεις λίγο ποιότητα να γίνεις άνθρωπος να πούμε…

Ξεκινήσαμε με την Αναπαράσταση (1970) μια σχετικά βατή ταινία που αναφέρεται σε ένα έγκλημα σε ένα ορεινό χωριό των Ιωαννίνων. Πολύ καλή, σημείωσε ο Σ., οι άλλοι δύο ήμασταν «ντεμί». Συνεχίσαμε με τις Μέρες του ’36 (1972). Εδώ δυσκόλεψαν τα πράγματα. Έπρεπε να κοιταζόμαστε κάθε τόσο μεταξύ μας για να σιγουρευτούμε ότι παρακολουθούσαμε ακόμη. Καθολικό «Όχι. Δεν.» Επόμενος σταθμός, ο Θίασος (1975). Αυτή ήταν η πρώτη ταινία που μας «μίλησε» καλλιτεχνικά, ιστορικά, πολιτικά. Με κάποιες πολύ δυνατές σκηνές. Παρέμεινε η απορία του Τ. «γιατί δεν μπορεί να συμπυκνώσει τις 4 ώρες σε 2;» Συνεχίσαμε με τους Κυνηγούς (1977). Άλλη μια υπόμνηση του Αγγελόπουλου στην άρχουσα τάξη ότι «σας στοιχειώνουμε, ακόμα». Καλή ταινία.
Το μεγάλο boost στο project όμως ήρθε λίγες εβδομάδες αργότερα όταν ο Σ. έχασε (και) τη δουλειά του. Και πλέον είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεση του. «Όλα για την τέχνη» τα θυσίασε ο Σ. πάντως. Μπράβο του…
Συνεχίσαμε με Μεγαλέξανδρο (1980). Όχι καλές εντυπώσεις. Το μόνο που μας έμεινε ήταν οι δυο τελευταίες σκηνές. Αμέσως μετά είδαμε το Ταξίδι στα Κύθηρα (1984). Μεταβατική ταινία. Από πολλές απόψεις. Η τελευταία ταινία που η ιστορία της Ελλάδας βρίσκεται στο προσκήνιο και ταυτόχρονα η πρώτη που οι προσωπικές αναζητήσεις του ήρωα ζητούν θέση σ’ αυτό. Ταυτόχρονα παρατηρήσαμε και κάτι άλλο που μας προκάλεσε ένα ελαφρύ μειδίαμα. Όταν πριν μερικά χρόνια ο Παντελής Βούλγαρης στην Ψυχή Βαθιά (2009) έβαζε στο στόμα του Θανάση Βέγγου τη φράση «Έλληνας να σκοτώνει Έλληνα;», αντιμετωπίστηκε, δικαίως, με σκωπτικότητα και ειρωνεία. Όμως ήταν στα «Κύθηρα», 25 χρόνια πριν, που ο Αγγελόπουλος, βάζει τον κομμουνιστή Κατράκη και τον δεξιό Παπαγιανόπουλο, να «συμφιλιώνονται», με λιγότερη γραφικότητα μεν, αλλά στηρίζοντας λίγο ή πολύ το αφήγημα της «εθνικής συμφιλίωσης». Όχι, γιατί ήταν ποτέ θιασώτης του ο σκηνοθέτης, αλλά γιατί στα «Κύθηρα» αρχίζει να φαίνεται η μεταστροφή του από «Μπορεί να χάσαμε, αλλά θα ξαναγυρίσουμε» σε «Τι τα θες, μας πήρε το ποτάμι».
Ακολούθησε ο Μελισσοκόμος (1986). Ήταν η πιο «εμπορική», στο μάτι μας, ταινία ως τότε. Μέχρι και «ροκ» ορχηστρικό κομμάτι, της Ελένης Καραΐνδρου πάντα, είχε, μέχρι και 80’s ντισκο-ποπιά της Τζούλυ Μασίνο είχε. Ο σκηνοθέτης αφήνει πλέον την ιστορία στο παρασκήνιο και επικεντρώνεται στην κρίση μέσης ηλικίας του ξελογιασμένου Μ. Μαστρογιάνι. Εκεί ήταν που έκανα και το λάθος να αναφερθώ στο πόσο «σέξυ» ήταν «τα καλτσάκια της Νάντιας Μουρούζη», λάθος που το πλήρωσα με την ολοκληρωτική χλεύη της παρέας για τους υπόλοιπους μήνες. Καλή και προσιτή ταινία.
Τη σκυτάλη πήραν τους επόμενους μήνες το Τοπίο στη Ομίχλη (1988) και το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού (1991) που παρά τα πανέμορφα ομιχλώδη πλάνα τους, δε μας άφησαν κάτι. Δοκίμασαν δε, τα όρια των αντοχών μας στο αργό μοντάζ και τη μη στρωτή αφήγηση. Ειδικά για το «Μετέωρο Βήμα» αναρωτηθήκαμε αν δικαιολογείται το μέγεθος του θαυμασμού που έχει συγκεντρώσει με τα χρόνια, από την καλλιτεχνική κοινότητα. Υποψιαστήκαμε ότι αυτός ενισχύεται περισσότερο από τις αντιδράσεις του σκοταδιστή μητροπολίτη Καντιώτη και της παρέας του, όταν γυριζόταν, και συνεχίσαμε.
Τρόπος του λέγειν «συνεχίσαμε», διότι λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο project (ο Σ. ήταν πάλι εργαζόμενος και ο Τ. το ίδιο, στη Χαλκιδική) καθυστερήσαμε περίπου έναν ολόκληρο χρόνο. Όταν ο Σ. όμως μας ανακοίνωσε ότι ενδεχομένως απ’ το Σεπτέμβρη του ’17 θα μας άφηνε για το εξωτερικό και με δεδομένη τη επικείμενη φυγή του Τ. για την τουριστική σεζόν, αποφάσισα να σφίξω τα λουριά:

-Λοιπόν κύριοι, «το και το». Φάγαμε το γάιδαρο, δε θα κολλήσουμε στην ουρά. Τέσσερις ταινίες μείνανε. Πρέπει να τρέξουμε το πρόγραμμα σφιχτά, μέσα στις δοσμένες ημερομηνίες.

Βρισκόμαστε πλέον στο 1995 και το «Βλέμμα του Οδυσσέα», μια πραγματικά καλή ταινία συνολικά. Ο ανήσυχος 50φεύγα αριστερός ήρωας με τις αναζητήσεις είναι πάλι εδώ, λέγεται Χάρβει Καϊτέλ και, χάρις τις ανατροπές στις ανατολικές χώρες που προηγήθηκαν, εδώ είναι και οι ερωτήσεις που τον στοιχειώνουν για το «ποιος είναι» και το «πού βαδίζουμε». Η ταινία πάντως βάδισε κοντά στον Χρυσό Φοίνικα των Καννών για να τον χάσει απ’ το Underground του Εμίρ Κουστουρίτσα. Κάτι που έσπευσε να δικαιολογήσει ο Τ.

-Μα γιατί δεν μπορεί να κάνει μια ταινία όπως ο Κοστουρίτσα;! Ας έχει και σουρεαλισμό, οκ, αλλά τουλάχιστον να βλέπεται!
-Άντε μωρέ τον πασόκο!

του αντέτεινα, παριστάνοντας ότι λέω κάτι χρήσιμο και αποστομωτικό. Ο Φοίνικας τελικά πάρθηκε, αλλά το 1998 με την «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα», μια ταινία με πολλή Θεσσαλονίκη μέσα της, απ’ αυτή τη βροχερή και συννεφιασμένη που αρέσει (αρέσει;) σ’ εμάς τους ντόπιους (σε μένα τουλάχιστον). Την ταινία πάντως την κρίναμε ως μέτρια. Αλγεινή εντύπωση μας προκάλεσε δε, το «τεχνικό θέμα» με το ντουμπλάρισμα στις φωνές των ηθοποιών. Ο Φοίνικας όμως πάρθηκε. Και ποιοι είμαστε εμείς να τον αμφισβητήσουμε; Αλλά γι’ αυτό, λίγο αργότερα. Επόμενη ταινία μας ήταν Το Λιβάδι που Δακρύζει (2004), μια μεγάλη παραγωγή για τα ελληνικά δεδομένα, που πέρα απ’ το θαυμάσιο σκηνικό του πλημμυρισμένου χωριού δε μας έδωσε κάτι παραπάνω.

Όπως όλα τα ωραία, έτσι και τα «Ε, δεν τρελάθηκα κιόλας» έχουν ένα τέλος. Και το τέλος αυτό ήρθε λίγο μετά το φετινό Πάσχα όταν η τριάδα μαζεύτηκε για τελευταία φορά, να δει τη Σκόνη του Χρόνου (2008). Ήταν η πρώτη φορά που μαζί με τη σχετική απογοήτευση για τη μορφή, ήρθε και η λιγότερο σχετική απογοήτευση για το περιεχόμενο. Ο Αγγελόπουλος, έχοντας προφανώς ολοκληρώσει τη μεταστροφή του σε παραιτημένο πρώην αριστερό, δίνει σε αυτή την ταινία ρεσιτάλ απογοήτευσης. Προς το τέλος, ο σκηνοθέτης αφήνει τους υπαινιγμούς, ένας απ’ τους ηθοποιούς λέει:

-Ονειρευτήκαμε έναν άλλο κόσμο. Πώς χάθηκαν όλα; Μερικοί από εμάς είχαμε πιστέψει ότι είμαστε πολιορκητές τ’ ουρανού…
-Όπως είχε πει κάποιος, μας πέταξε στο περιθώριο η Ιστορία

Και αυτή ήταν η 2η ταινία στην προγραμματισμένη τριλογία, φανταζόμαστε τι θα έβαζε στο στόμα των πρωταγωνιστών του ο σκηνοθέτης στην 3η που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Όμως πριν πάμε στο περιεχόμενο, ας μείνουμε λίγο στη μορφή. Οι ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου, είναι αργές και δυσνόητες. Αυτό είναι αντικειμενικό, ακόμα κι απ’ τους «φαν» του. Αλλά το ερώτημα είναι άλλο.
Τελικά τι είναι η τέχνη; Υπάρχει μια «υψηλή» τέχνη και μια «χαμηλή» τέχνη; Και τι «οφείλει να είναι», αν «οφείλει» κάτι βέβαια; Ο καλλιτέχνης κάνει αυτό που θέλει και δε δίνει δεκάρα για το θεατή; Ή μήπως πρέπει να προσαρμόζεται στο θεατή; Και εάν υποθέσουμε ότι προσαρμόζεται, πρέπει το έργο του από άποψη ευκολίας κατανόησης να βρίσκεται στο ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο της αντίληψης των θεατών; Να «τα δίνει όλα στα πιάτο», χωρίς να απαιτεί καμιά διανοητική προσπάθεια απ’ το θεατή; Και εάν, κουτσά-στραβά, δώσουμε απάντηση σε αυτό, η απάντησή μας αφορά και τη λεγόμενη «στρατευμένη τέχνη»; Ακόμα και αν το κοινό σου είναι εργαζόμενοι, καταπιεσμένοι, άνθρωποι του μεροκάματου, που δεν προλαβαίνουν να πάνε απ’ τη φάμπρικα στο σινεμά, γιατί έχουν να μαγειρέψουν, να διαβάσουν τα παιδιά και να σιδερώσουν τα πουκάμισα του συζύγου τους;

-Ένσταση! Δεν είναι αυτό το κοινό του Αγγελόπουλου.
-Ναι, αλλά έμμεσα, μέσω της θεματολογίας που διατρέχει ολόκληρο το έργο του, αναφέρεται σε αυτούς
-Ναι αλλά δεν απευθύνεται σ’ αυτούς
-Και δηλαδή, τι; Ο «εργάτης» όπως λες, είναι μόνο για τσίπουρα και ρεμπέτικα;
-Μα δεν ακούει καν ρεμπέτικα πλέον, Μάκη Δημάκη ακούει
-Ε, δε θα πρέπει να ανεβάσουμε το πολιτιστικό του επίπεδο; Το ’41 στην περικυκλωμένη Μόσχα, οι εργάτες πήγαιναν να δουν μπαλέτ…
-Ηρέμησε

Βεβαίως ο Αγγελόπουλος δεν κάνει στρατευμένη τέχνη, τουλάχιστον όχι με την έννοια που έχουμε συνηθίσει. Το έργο του που μέχρι το ’85 είναι ευθέως πολιτικό και μετέπειτα που είναι πλαγίως το ίδιο, δεν είναι αυτό που θα λέγαμε ότι θα μας συγκινούσε για να «βγούμε στους δρόμους» και να φέρουμε «ανάποδα τον ντουνιά». Και αυτό αφορά και τους αρχετυπικούς «αγράμματους» «εργάτες» και εμάς τους ντεμέκ «εγγραμμάτους» και «διανοουμενίζοντες» «εργάτες». Μπορεί ο Αγγελόπουλος στις πρώτες του ταινίες να εκφράζει ένα θαυμασμό στους παλιούς αγωνιστές και να τους εξιδανικεύει, όμως στις ταινίες μετά το ’90 η οπτική του αλλάζει. Γι’ αυτό έχει αποκληθεί «ποιητής της ήττας». Είτε της γλυκόπικρης ήττας που αφήνει παρακαταθήκες, είτε της ήττας που ακολουθείται από παραίτηση και οριστική κατάθεση των όπλων. Η πορεία του αυτή αποτυπώνεται και στο πανί.

-Να επανέλθουμε λιγάκι; Δηλαδή όποιος δε γουστάρει Αγγελόπουλο, σημαίνει ότι τη βρίσκει με Σεφερλή; Δεν υπάρχει μέση οδός;
-Κατ’ αρχάς ποιος είπε ότι οι εργάτες δε γουστάρουν Αγγελόπ… α, εγώ το είπα, λίγο πριν. Ε, λοιπόν, το αναιρώ!

Κι όμως αν το καλοσκεφτούμε, ορίστε τι συνέβη. Από την παρέα μας των τριών, ο πιο «εργάτης» απ’ τους τρεις μας, αυτός που βαράει 12ωρα μέσα στην κουζίνα, ο απόφοιτος λυκείου Τ. είπε ότι ο Αγγελόπουλος είναι απαράδεκτος. Ο 2ος (που εργάζεται σκληρά μεν, αλλά έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και θέλει να καριέρα στην έρευνα) ο Σ. δηλαδή, ήταν ο πιο υπερασπιστικός απέναντι στις ταινίες και του άρεσε η ματιά του σκηνοθέτη σε πολλές. Ο 3ος (εγώ), που πήγα λίγο ΤΕΙ, αλλά «δεν», που είμαι πιο «διαβαστερός» γενικά αλλά επαγγελματικά ασχολούμαι με τα ζαρζαβατικά, προσπάθησα σαν κλασσικός ισορροπιστής-κεντριστής να βάλω ένα σωρό «ναι, μεν αλλά» στη συζήτηση.
Με τη λήξη της Σκόνης του Χρόνου νιώσαμε μια βαθιά ανακούφιση, κυρίως γιατί μετά από σχεδόν 3 χρόνια, καταφέραμε να ολοκληρώσουμε το «The Theo Project». Αλλά ο Τ. ήταν για άλλη μια φορά ξεκάθαρος:

-Χάσαμε 13x3=39 ώρες (σ.σ. μπακαλίστικος μέσος όρος διάρκειας των ταινιών) απ’ τη ζωή μας. Ώρες, που θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε πιο δημιουργικά
-Ναι, αλλά είδαμε τέχνη, ο άνθρωπος θεωρείται μαιτρ του παγκόσμ…
-«Τέχνη-ξετέχνη», δεν ξέρω, αλλά ο Αγγελόπουλος δε βλέπεται

Δε μπορέσαμε με τον Σ. να του απαντήσουμε. Ούτε ακόμα κι εγώ που έχω μια «ερωτική» σχέση με το Βασίλη Ραφαηλίδη, πνευματικό παιδί του Θ. Αγγελόπουλου και εκθειαστή του έργου του, που μου έχει «εξηγήσει» προκαταβολικά πολλές ταινίες του, μέσω των βιβλίων του. Στο μυαλό μου ήρθε ένα απόσπασμα από ένα σημείωμα του αείμνηστου κριτικού Ν. Αντωνάκου για κάποιον άλλον σκηνοθέτη: «Η δυσκολία στην ανάγνωση ενός έργου τέχνης δεν είναι καλό πράγμα ούτε για τον θεατή ούτε, βέβαια, και για το δημιουργό. Γιατί δυσκολεύει την επικοινωνία και οδηγεί στη μείωση, που φτάνει, ανάλογα, μέχρι και την ακύρωση του στόχου! […] Η τέχνη, για να υπηρετεί τον κοινωνικό ρόλο της, δεν είναι, δεν πρέπει να είναι βασανιστική. […] Ο δημιουργός δεν πρέπει να ακυρώνει τον αποδέκτη ή το αντίστροφο. Η τέχνη απαιτεί τη συνεργασία αυτών των δυο πόλων. Γιατί ο σκοπός και ο στόχος είναι ο ίδιος και για τους δυο. Η κατανόηση της πραγματικότητας!»

Απ’ την άλλη μπορεί να ήμασταν και «λίγοι» για να σηκώσουμε αυτό το βάρος.
Γιατί λίγοι ήμασταν σίγουρα.
Μόνο τρεις.

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Για την Πέννυ

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 16/06/2017]


Αίσθηση προκάλεσε τις προηγούμενες μέρες στα social media η καταγγελία νεαρής κοπέλας απ’ τη Θεσσαλονίκη ότι ρασοφόρος την παρενόχλησε σεξουαλικά θωπεύοντας την και δείχνοντας τα γεννητικά του όργανα σε αστικό λεωφορείο. Μάλιστα κρατώντας την ψυχραιμία της φωτογράφησε το λεγόμενο και «μόριο». Ανάρτησε τη σχετική καταγγελία στο Facebook, και μια άλλη γυναίκα που είχε υποστεί τα ίδια της έστειλε μια φωτογραφία πιθανού δράστη, τον οποίο και η πρώτη κοπέλα ταυτοποίησε.
Η μεγαλύτερη αίσθηση όμως για μένα, δεν ήταν το περιστατικό καθαυτό. Παρενοχλήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς (και όχι μόνο) συμβαίνουν κάθε μέρα, όλοι γνωρίζουμε ότι το «άθλημα» της «μπουτοτριψίας» ανθεί και αυτές που το υφίστανται είναι συντριπτικά γυναίκες. Και δεν προκαλεί εντύπωση ούτε η αναφορά της καταγγέλλουσας ότι στο ίδιο το λεωφορείο, όταν φώναξε ότι κάτι συμβαίνει, δεν ασχολήθηκε σχεδόν κανείς μαζί της. Η ατομικίστικη απάθεια και αδιαφορία για το αν δέρνουν ή… σφάζουν το διπλανό είναι 24ωρο φαινόμενο. Γιατί θα ‘πρεπε να είναι σε αναστολή μάσα στο λεωφορείο της Άνω Τούμπας;
Το πραγματικά χυδαίο ήταν η αντιμετώπιση της γυναίκας αυτής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ιδιαίτερα στο προφίλ της στο Facebook. Τόνοι οχετού ξεράστηκαν, από τους πιο «χαριτωμένους» όπως «Έλα που δεν το ήθελες» έως τα πιο ωμά τύπου «Δεν τη βλέπετε; Ένα άθεο πουτ@ν@κι με κόκκινα μαλλιά είναι, σιγά μη λέει αλήθεια». Ποτέ δεν συγκεντρώθηκαν τόσα βλακώδη στερεότυπα σε δύο φράσεις. Παράλληλα, δεν έλειψαν και αυτοί που είδαν πίσω απ’ την καταγγελία μια έντεχνη «προσπάθεια των Εβραίων, των Ελωχίμ και των αναρχικών να χτυπηθεί η θρησκεία μας», και μας καλούσαν να «Ξιπνοιςουμαι!11» για να το αποτρέψουμε. Συνειδητά αποφεύγω να κοσμήσω το παρόν κείμενο με print screens της απύθμενης αλητείας που εκφράστηκε δημόσια αυτές τις μέρες.
Ακόμα μια παρατήρηση έχει να κάνει με το ότι φορείς των παραπάνω χυδαίων επιθέσεων ήταν μεν κατά πλειοψηφία άντρες, όμως μια ισχυρή μερίδα ήταν γυναίκες δείγμα ότι η σεξιστική κουλτούρα έχει εγκολπωθεί, σε μεγάλο βαθμό (σαν μια μορφή «άμυνας» ίσως) και απ’ αυτές. Το τελευταίο μου θυμίζει τη στάση ορισμένων μεταναστών πρώτης γενιάς απ’ τη δεκαετία του ’90 που τη δεκαετία του 2000 ψήφιζαν… Καρατζαφέρη γιατί «εμείς ήρθαμε νωρίς, όχι σαν τους Πακιστανούς»! Αλλά ούτε αυτό εκπλήσσει πλέον. Και πέριξ της Χρυσής Αυγής ανθεί αυτό το φαινόμενο τα τελευταία χρόνια. Φυσικά υπήρξε μια μεγάλη μερίδα χρηστών με αποθέματα τσίπας και ανθρωπιάς που συμπαραστάθηκαν στην κοπέλα. Ίσως να ήταν και πλειοψηφική. Όμως δεν είναι (είμαστε) αρκετοί.
Οφείλω να εξηγηθώ ότι ποτέ δεν θεωρούσα το θέμα του σεξισμού στην ελληνική κοινωνία πρωτεύον. Μπορεί να φαίνεται παλιομοδίτικο ή μπανάλ σε κάποιους (ίσως και στον αναγνώστη της Κατιούσα που πρόσφατα έγραψε για παρόμοιο θέμα στη στήλη των αναγνωστών) αλλά η βασική αντίθεση που λέμε εμείς οι (πιο) παλιοί φτάνει και περισσεύει για να αποτελεί το κριτήριο των απόψεων και των επιλογών μας. Και εγώ ο ίδιος έχω ειρωνευτεί έως και χλευάσει παλαιότερα, όσους το ανήγαγαν σε θέμα πρώτης προτεραιότητας. Και συνεχίζω να πιστεύω ότι δεν είναι πρωτεύον. Είναι όμως ένα σημαντικό δευτερεύον θέμα που δεν πρέπει να περνάει στο «ντούκου», ειδικά όταν είναι ένα φαινόμενο που αγγίζει τους εργαζόμενους στην καθημερινότητά τους, άντρες και γυναίκες, ως θύτες ή ως θύματα, ή συνήθως, ως ουδέτερους (ουδέτερους;) παρατηρητές.

Περισσότερα όμως για το πώς εκφράζονται όλα αυτά στην εργατική τάξη, σε επόμενο κείμενο.

Μέχρι τότε, είμαστε με την Πέννυ.

Survivor: Θεάματα δίχως άρτο αλλά με RT στην εποχή της κρίσης

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 31/05/2017]


«Φαινόμενο δεν είναι οι αστραπές και το χαλάζι», μας πληροφορούσε ο Βασίλης Καρράς το 1999. Και είχε δίκιο. Φαινόμενο είναι το Survivor ή Σαρβάιβορ ή Σερβάιβερ ή Σoυρβάιβορ ανάλογα αν αυτός που το λέει είναι κάτοχος lower, proficiency ή απλά βλέπει πολλές αμερικάνικες ταινίες μαζεμένες το Σαββατοκύριακο.
Τι είναι όμως αυτό το ρημάδι το «Survivor»; Και τι το κάνει ιδιαίτερα ελκυστικό σε μια ευρεία γκάμα τηλεθεατών; «Μέλι έχει»; Πώς γίνεται να το παρακολουθεί ταυτόχρονα ο 21χρονος φοιτητής Αρχιτεκτονικής από το Βόλο, μεταθέτοντας χρονικά την έξοδό του για τσίπουρα, ο 47χρονος ιδιοκτήτης συνεργείου αυτοκινήτων από τα Σεπόλια, χωρίς να δυσανασχετεί που η ανάλυση των φάσεων της Σουπερλίγκας από τον Παναγιώτη Βαρούχα θα καθυστερήσει λιγάκι αλλά και η 64χρονη κυρά-Ματούλα, από το Κοπανάκι Τριφυλλίας που το ίδιο πρωί άκουγε με ευλάβεια το κήρυγμα του παπά-Φώτη «ενάντια στα πρότυπα των κίναιδων που περνάει η τηλεόραση»;
Έστι δε «Σαρβάιβορ» (και μάλιστα «5», λόγω των διάφορων εκδοχών που προηγήθηκαν) το reality-τηλεπαιχνίδι επιβίωσης όπου καμιά 20αριά άνθρωποι βρίσκονται «αποκλεισμένοι» σε ένα ειδυλλιακό αλλά αφιλόξενο νησί της Καραϊβικής κοντά στον Άγιο Δομίνικο και προσπαθούν να επιβιώσουν με πενιχρά τεχνικά μέσα και ανεπαρκή ποσότητα τροφής. Οι διαγωνιζόμενοι είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες, τους (όχι και τόσο) «Διάσημους» (μοντέλα, γυμνάστριες, ποδοσφαιριστές της Ρόμα κλπ), και τους κοινούς θνητούς «Μαχητές» στους οποίους περιλαμβάνονται μέχρι και «μάνατζερ ράγκμπι» (;). Οι συμμετέχοντες λαμβάνουν περιοδικά μέρος σε αγωνίσματα στα οποία η νικήτρια ομάδα κερδίζει κάποιο έπαθλο, συνήθως αυξημένη παροχή τροφίμων, ενώ ταυτόχρονα αποκτά «ασυλία» για τα μέλη της (δηλαδή τη δυνατότητα να παραμείνουν στο παιχνίδι). Παράλληλα, οι συμμετέχοντες κρίνονται και ατομικά με τους καλύτερους να απολαμβάνουν και τη λεγόμενη «ατομική ασυλία». Οι «χειρότεροι», μαζί με τους πιο αντιδημοφιλείς της ηττημένης ομάδας (μετά από εσωτερική ψηφοφορία) τίθενται υπό την κρίση του τηλεοπτικού κοινού το οποίο και αποφασίζει την αποχώρηση απ’ το παιχνίδι. Στο τέλος του παιχνιδιού ο νικητής, ο οποίος, όπως και στον Χαϊλάντερ, μπορεί να είναι μόνο ένας, θα κερδίσει 100.000 ευρώ.
Το Φεβρουάριο, όταν ξεκίνησε η προβολή του Survivor, το σόου αντιμετωπίστηκε με θυμηδία και χλιαρότητα, όχι μόνο από τους «πολέμιους των reality», αλλά ακόμα και από τους fans τέτοιων εκπομπών ως κάτι παρωχημένο, ως «ξαναζεσταμένο φαγητό» της εποχής της λεγόμενης «επίπλαστης ευμάρειας» των αρχών της δεκαετίας του 2000. Όμως μετά τις πρώτες προβολές άρχισε να αποκτά τηλεθέαση και κυρίως κοινωνική απήχηση. Η χρήση ονομάτων, ατακών και περιστατικών από το παιχνίδι ως αναλογία για κάτι άλλο έγινε κοινός τόπος σε παρέες, χώρους δουλειάς, σε κάθε μετερίζι. Καταλαβαίνεις κάτι τέτοιο στην καθημερινότητα, όταν, παρακολουθώντας τις αργές κινήσεις ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ σε αγώνα ήσσονος σημασίας, ακούς από θαμώνα της καφετέριας «Ρε μαλάκα, πόσο χοντρός είναι αυτός ο Μπίσεσβαρ! Αυτός έχει μεγαλύτερο κώλο και από τη Λάουρα» κάνοντάς σε βέβαια να απορείς για την κοινή περί χοντρότητας αντίληψη που τείνει να επικρατήσει στις μέρες μας. Ή ακόμα όταν μαθαίνεις ότι αυξήθηκαν κατακόρυφα οι πωλήσεις καρύδας στην Ελλάδα λόγω της άτυπης «τοποθέτησης προϊόντος» ή μάλλον λόγω της τοποθέτησης ενός προϊόντος (τηλεοπτικού) εκεί που προϋπήρχαν καρύδες.
Στην αυγή του πρώτου Survivor (2003) και νωρίτερα του Big Brother (2001) η χρήση, και η ίδια η ύπαρξη κοινωνικών δικτύων (κι ακόμα-ακόμα και του Internet καθαυτού) ήταν σε εμβρυακό στάδιο στη χώρα μας. Το μόνο μέσο που μπορούσε να αναπαράγει και να σχολιάσει ξανά και ξανά τα τεκταινόμενα σε ένα τηλεπαιχνίδι ήταν η τηλεόραση κυρίως μέσω των μεσημεριανών εκπομπών, πράγμα που προσέφερε χαμηλή ή καθόλου διάδραση. Σήμερα όμως στην εποχή του Facebook και του Twitter, η δυνατότητα αναπαραγωγής, διαστρέβλωσης και διόγκωσης ενός γεγονότος, μια είδησης ή εν τέλει μιας φράσης σε μια «ιδιωτική» συνομιλία σε ένα τηλεπαιχνίδι είναι μεγάλη και οι συνέπειες είναι πολλές φορές βίαιες και μη αναστρέψιμες. Ο ούτως ή άλλως παραμορφωτικός φακός ενός, αναγκαστικά, «άγρια» μονταριζόμενου προϊόντος περνάει από πολλαπλή παραμόρφωση ξανά και ξανά από το ίδιο το τηλεοπτικό κοινό. Ένα σωματικό ελάττωμα, μια κακή επίδοση σε ένα αγώνισμα, μια βρισιά πάνω στα νεύρα μπορούν να γίνουν viral memes (τι;) για μέρες, η Χριστίνα Λαμπίρη θα βγάλει «αποκλειστικά» τον πρώην σύντροφο της διαγωνιζόμενης στο τηλέφωνο να μας πει για την καθημερινότητά της, ενώ η μητέρα του έτερου διαγωνιζόμενου θα ορκιστεί σε απευθείας μετάδοση για το «πόσο καλός και υπάκουος μαθητής» ήταν ο γιος της. Την ίδια ώρα στα social media η «Ευρυδίκη» θα είναι για κάποιους μια «@γ@μητη πουτ@^@» (ενδιαφέρων συνδυασμός είναι αλήθεια), ενώ «ο Κινέζος τον παίρνει». Η αδηφάγα, μισανθρωπική, «σκατόψυχη» ελλείψει καλύτερης λέξης, σύγχρονη εκδοχή του κουτσομπολιού. Τα υποκείμενα που δρουν σε ένα παιχνίδι με ορούς κατασπάραξης του διπλανού «μέσα», γίνονται με τη σειρά τους αντικείμενα κανιβαλισμού «έξω».
Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα. Το Survivor είναι απλά ένα τηλεοπτικό παιχνίδι ή «παράγει ιδεολογία»; Ο Σκάι και η εταιρεία παραγωγής θέλουν απλά να βγάλουν ένα κάρο λεφτά ή θέλουν να μας «αποβλακώσουν για να μην αντιδρούμε στα μνημόνια». Και δηλαδή αν δεν υπήρχε Survivor «ο κόσμος θα ήταν στους δρόμους» και θα «ανατρέπαμε τον καπιταλισμό»;
Η ιστορία έχει δείξει ότι η ιδεολογική λειτουργία των δημόσιων θεαμάτων είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό τους. Συμβάλλει στην αναπαραγωγή των κοινωνικών προτύπων και δίνει το γενικό «τόνο» στους «από κάτω». Οι δημόσιοι απαγχονισμοί πχ. στο Μεσαίωνα, μολονότι «διασκεδαστικό» θέαμα, εξυπηρετούσαν την αναπαραγωγή του φόβου. Όμως στη σύγχρονη εποχή, θεωρώ ότι ο παραγωγός ενός τηλεοπτικού προϊόντος αποσκοπεί πρωτίστως στην αποκόμιση άμεσου κέρδους και λιγότερο στην ιδεολογική προπαγάνδα. Δε λέω ότι αυτό δεν υπάρχει, λέω ότι μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Τρανταχτό παράδειγμα. Σε πρόσφατο επεισόδιο του σόου, όπου προσφέρθηκε στους συμμετέχοντες μια έκτακτη βραδιά χαλάρωσης με όλες τις ανέσεις του πολιτισμού, οι παίκτες κλήθηκαν να τραγουδήσουν, χαβαλετζήδικα, από ένα τραγούδι. Ένας από αυτούς επέλεξε τη Μπαλάντα του Κυρ-Μέντιου του Ν. Ξυλούρη. Σαν να μην έφτανε αυτό είπε: «Θα σας πω τη Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου, από Σφακιανάκη». Για να κάνουμε σαφές το μέγεθος της ειρωνείας πρόκειται για το τραγούδι που περιλαμβάνει τους στίχους «Και στον πόλεμο όλα για όλα, κουβαλούσα πολυβόλα, να σκοτώνονται οι λαοί, για τ’ αφέντη το φαΐ» και για το ίδιο ποίημα του κομμουνιστή ποιητή Κώστα Βάρναλη που λίγες αράδες πιο κάτω λέει μεταξύ άλλων: «Κι ο παπάς με την κοιλιά του, μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του, και μου μίλαε κουνιστός: “Σε καβάλησε ο Χριστός”». Δεν περιμέναμε βέβαια από έναν παίκτη ριάλιτυ να «νιώσει» τι τραγουδάει (εδώ δεν «ένιωσε» ο ίδιος ο, κατά διαδοχικές δηλώσεις του «άθεος», «12θεϊστής», «χρυσαυγίτης» αοιδός που το επανεκτέλεσε). Πρόκειται όμως για ένα δείγμα χαρακτηριστικό της νοοτροπίας των παραγωγών. Αν ο επιχειρηματίας των ΜΜΕ μπορούσε να βγάλει λεφτά προβάλλοντας όλη μέρα Ταρκόφσκι ή την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν, θα το έκανε. Όχι γιατί θα ήθελε να ανυψώσει το πολιτιστικό επίπεδο των τηλεθεατών αλλά γιατί θα γέμιζε μηδενικά τον τραπεζικό του λογαριασμό. Αν μπορούσαν να μας πουλήσουν το «Δεκέμβρη του ’44» σε τηλεοπτική σειρά, θα το έκαναν.

Όμως, λένε ότι «The Revolution won’t be televised» («Η Επανάσταση δε θα προβληθεί στην τηλεόραση»).

Ούτε όμως θα αποτραπεί απ’ αυτήν.

Το παρακράτος της ΔΑΠ στα ΤΕΙ

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 24/05/2017]


Η ΔΑΠ στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης διαχρονικά έχει ποσοστά «Βόρειας Κορέας» όπως θα ‘λεγε κάποιος κακεντρεχής. Τα ποσοστά αυτά τα πιάνει είτε με τις παραδοσιακές μεθόδους της εξαγοράς ψήφων κλπ είτε με πιο «ανορθόδοξες». Σε μια δημόσια καταμέτρηση λοιπόν στα mid-00’s στη ΣΤΕΓ (Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας), η κάλπη κάποια στιγμή έβγαλε ένα ψηφοδέλτιο ΔΑΠ. Όχι όμως ένα οποιοδήποτε ψηφοδέλτιο ΔΑΠ, αλλά ένα ψηφοδέλτιο που έγραφε πάνω «Γ@ΜΩ ΤΗ…» δίπλα στο λογότυπο της παράταξης. Τα μέλη της εφορευτικής επιτροπής που πρόσκειντο στην ΠΚΣ και την ΠΑΣΠ φυσικά ζήτησαν το ψηφοδέλτιο να καταχωρηθεί στα άκυρα. Ο πρόεδρος όμως της εφορευτικής δήλωσε μεγαλοφώνως και πομπωδώς προς την ομήγυρη ότι «Το ψηφοδέλτιο είναι έγκυρο, διότι δηλώνει “πρόθεση ψήφου”»! Δε γελάσαμε, αλλά οι διαμαρτυρίες μας έπεσαν στο κενό. Μικρή λεπτομέρεια. Ο συσχετισμός στην εφορευτική, ήταν αντίστοιχος του απερχόμενου ΔΣ, δηλαδή ΔΑΠ 5, ΠΚΣ 1, ΠΑΣΠ 1


-----



Κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του ’00 η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης αντιμετώπιζε εσωτερικά προβλήματα με τα διάφορα «ξύλα» ανάμεσα στις διαφορετικές «φράξιες» της να βρίσκονται στη ημερήσια διάταξη. Η σύγκρουση στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης κορυφώθηκε όταν η πλειοψηφία της ντόπιας ΔΑΠ-ΤΕΙΘ απαγόρεψε στους δαπίτες της μειοψηφίας (που όμως) ήταν εναρμονισμένοι με τη… ΔΑΠ-ΑΠΘ να κατέβουν ως …ΔΑΠ στις σχολές τους. Οι γιαλαντζί δαπίτες τότε (όχι υπολειπόμενοι σε λέρα απ’ τους «κανονικούς») έβαλαν τα ρούχα τους αλλιώς. Για την ακρίβεια το προηγούμενο βράδυ των εκλογών «γύρισαν τις αφίσες τους αλλιώς» και άρχισαν να γράφουν με μπλε μαρκαδόρο «Π.Κ.Ν.Φ.». Όταν ολοκλήρωσαν το έργο τους, βρεθήκαμε μπροστά στα τραπεζάκια τους όπου διαβάσαμε το εξής κωμικοτραγικό: Π.Κ.Ν.Φ. Πρωτοποριακή Κίνηση Νεοδημοκρατών Φοιτητών! Φυσικά την επόμενη μέρα η ΠΚΝΦ ακύρωσε το ψηφοδέλτιο της κανονικής ΔΑΠ στις σχολές που είχε την πλειοψηφία. Την ίδια ώρα στη δική μου σχολή, τη ΣΤΕΓ, ο «αντάρτης» δαπίτης (γνωστός «γιωτάς» της σχολής) δεν είχε καταφέρει να εναρμονιστεί με τους ΠΚΝΦίτες και κατέβηκε μόνος του με τον ευρηματικό τίτλο «Νέα Δύναμη» και τα προφανή αρχικά «Ν.Δ.». Οι επίσημοι δαπίτες, αφού τον άφησαν να ξεροσταλιάζει όλη τη μέρα υποδεχόμενος ψηφοφόρους νομίζοντας πως είναι έγκυρος, το βράδυ στην καταμέτρηση του ακύρωσαν το ψηφοδέλτιο, κατόπιν εορτής, και αφού είχε μαζέψει καμιά 20 ψήφους (για μέτρο σύγκρισης, η ΔΑΠ πήρε περίπου 400). Σαν αιτιολογία ο πρόεδρος της εφορευτικής, γνωστός 35άρης αιώνιος επαγγελματίας δαπίτης δήλωσε ότι «Η μοναδική δύναμη που εκφράζει το φιλελεύθερο χώρο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι η ΔΑΠ. Ο παραπλανητικός τίτλος “ΝΔ” του εν λόγω ψηφοδελτίου μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις και ως εκ τούτου, ακυρώνεται».

Φοιτητικές Εκλογές Β’ Μέρος: ΠΚΣ-ΕΑΑΚ και τα ρέστα

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 22/05/2017]


Το «κόντεξτ 2»

Συνεχίζουμε, εν όψει των επερχόμενων φοιτητικών εκλογών της 24ης Μάη, την παρουσίαση των υπόλοιπων φοιτητικών παρατάξεων που συμμετέχουν. Στο 1ο μέρος καλύψαμε τις καθεστωτικές, εδώ έχουμε τις «άλλες».

Αγωνιστικές Κινήσεις

Μουλάδες ονομάζονται 1. η κάστα του ανώτερου κλήρου στο Ιράν και άλλες μουσουλμανικές χώρες και 2. τα μέλη του ΚΚΕ (μ-λ). Εδώ θα ασχοληθούμε με τους δεύτερους. «Αγωνιστικές Κινήσεις» λοιπόν είναι η φοιτητική παράταξη του ΚΚΕ (μ-λ) ενός πρώην συμπαθούς (αφού αναπαρήγαγαν όλη τη βρωμιά περί «προστασίας της Βουλής» απ’ το ΠΑΜΕ τον Οκτώβρη του ‘11) κόμματος (οργάνωση λέει ότι είναι). Αυτό.

Σοσιαλιστική Σπουδαστική Πάλη

«Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» έλεγε ο Καραμανλής. Και εγώ συμπληρώνω «Όταν λέμε σέχτα εννοούμε σέχτα». Αυτό είναι η ΣΣΠ, η παράταξη της ίσως παλιότερης τιτλοφορούμενης «κομμουνιστικής» οργάνωσης στη χώρα, αν μαγειρέψουμε ελαφρώς τα στοιχεία και πούμε μερικά «δε βαριέσαι» κατά την ιστορική αναδρομή. Είναι η παράταξη της λεγόμενης ΟΚΔΕ (Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδος), μετεξέλιξης του «Κόμματος Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδος» ή «Κόμματος Διεθνιστών Κομμουνιστών Ελλάδος», δηλαδή ή ΚουΚουΔΕ ή ΚουΔουΚΕ ή όλα αυτά μαζί, (θα το αποσαφηνίσω στην Δευτέρα Παρουσία, όταν θα γράψω το 3ο μέρος του «Αριστερισμού»). Προσοχή όμως, όχι της «ΟΚΔΕ-Σπάρτακος» που θα αναφέρουμε πιο κάτω, αλλά της «ΟΚΔΕ-σκέτη», που είναι περισσότερο γνωστή ως ΟΚΔΕ-Εργατική Πάλη, απ’ το όνομα της εφημερίδας της. Στην ΣΣΠ οφείλεται και ένα απ’ τα μεγαλύτερα ξεφυσήματα που έχω ακούσει να κάνει άνθρωπος δίπλα μου. Πρόκειται για έναν εαακίτη, όταν το Μαηούνη του 2006 μου είχε ζητήσει να… πείσω τον ΣΣΠίτη να μπει σε ένα κοινό πλαίσιο γενικής συνέλευσης, στο οποίο ήδη είχαμε συμφωνήσει ΠΚΣ και ΕΑΑΚ.

-Ρε Τζον, πες του κάτι εσύ, να το υπογράψει να τελειώνουμε…
-Ποιος ρε; Εγώ; Εδώ δεν ακούει εσάς, εμάς θα ακούσει…

Τελικά το υπέγραψε επειδή βαρέθηκε να τον παρακαλάμε.

Πορεία

Παράταξη του Μ-Λ ΚΚΕ με ισχνή παρουσία.

Άλλες παρατάξεις

Μπορεί και να υπάρχουν, τίποτα δεν αποκλείεται

ΑΝΑΦΗ-ΚΑΝΤΑΦΙ και τρεις χιλιάδες ΕΑΑΚ

Ξεκινήσαμε αυτό το διπλό αφιέρωμα στις φοιτητικές παρατάξεις και φτάσαμε μακριά, όμως διαισθάνομαι ότι υπάρχει ένα πρόβλημα. Τα ΕΑΑΚ «δεν είναι παράταξη».

-Τι; Δεν είναι μέτωπο φοιτητών από πολιτικές οργανώσεις/κόμματα και ανένταχτους φοιτητές;
-Ναι, αυτό είναι
-Άρα, είναι παράτ…
-ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΕΜΕ!
-Α, οκ, ναι, σόρρυ, ναι, οκ

«Τα» ή «η» ΕΑΑΚ (άλλο πάλι κι αυτό, που θα μας πάρει 30 σελίδες να εξηγήσουμε, οπότε δεν θα το εξηγήσουμε) είναι λοιπόν ένα δίκτυο σχημάτων, μια πτέρυγα, μια παράταξη…

-Είπες δεν είναι παράταξη…
-Άμα ήξερα τι είναι τα ΕΑΑΚ εδώ θα ‘μουνα;
-Μα αφού ξέρεις, γι’ αυτό και «εδώ είσαι»

Τα ΕΑΑΚ αποτελούνται από «σχήματα», σε κάθε σχολή δηλαδή υπάρχει από ένα (ή και παραπάνω) σχήματα που κατεβαίνουν συνήθως μαζί (ή και όχι) στις εκλογές. Φαινομενικά τα σχήματα είναι ανεξάρτητα και απλώς δικτυώνονται ανά πόλη και πανελλαδικά σχηματίζοντας τ@ (όχι θα κάτσω να σκάσω) ΕΑΑΚ. Επίσης σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, κυριαρχεί η αμεσοδημοκρατία και οι αποφάσεις παίρνονται με τη μορφή ομοφωνίας. Αν δε συμφωνήσει και ο τελευταίος στο δωμάτιο, δεν πάμε ούτε για κατούρημα. Στην πράξη κάθε σχήμα ελέγχεται από κάποια συνιστώσα απ’ αυτές που συμμετέχουν. Και οι αποφάσεις συνήθως παίρνονται κάποια στιγμή όντως ομόφωνα, όχι επειδή ομοφώνησε όλος ο ντουνιάς, αλλά επειδή το μειοψηφούν μέλος ξενερώνει και δεν πατάει στα πλέον σχήματα ή επειδή εκπαραθυρώνεται εντέχνως από τους υπόλοιπους που δεν την παλεύουν πλέον με την πάρτη του. Καθαρά πράγματα. αντρίκια, παντελονάτα, «σεξιστικά» που λένε.
Στα ΕΑΑΚ λοιπόν συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος το ΝΑΡ (οργάνωση που προέκυψε απ’ τη διάσπαση της ΚΝΕ το ’89) ή καλύτερα η νεολαία του, η νΚΑ (νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση). Το ΝΑΡ έχει 2 βασικές (+ κάποιες μικρούτσικες + την κεντριστική) φράξιες, άλλες πιο φιλοΛΑΕ και άλλες πιο «ντούρες» αντικαπιταλιστικές, πράγμα που καθορίζει και το πόσο παλαντζάρουν τα σχήματα που ελέγχει ανά σχολή, ίδρυμα, πόλη και… χώρα.
Στα ΕΑΑΚ συμμετέχει επίσης και το (παρακαλώ απομακρύνετε τα παιδιά απ’ την οθόνη) λεγόμενο ΣΕΚ («Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα»), το οποίο έχει διαπρέψει στο παρελθόν στον τομέα της πασοκοσύνης. Η αλήθεια είναι ότι τελευταία λανσάρεται ως πιο αριστερό έχοντας κάνει «στροφή» (στην ποιότητα, όπως η Νατάσα Θεοδωρίδου στα 00’s). Ακόμα συμμετέχει το μαοϊκό ΕΚΚΕ (Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας), το οποίο δεν ξέρω αν έχει μέλη κάτω των 60 ετών, και το τροτσκιστικό ΕΕΚ (Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα), το οποίο, αυτή τη στιγμή που μιλάμε είναι το αριστερότερο, ή καλύτερα το «αριστεριστικότερο» μόρφωμα της ελληνικής κοινωνίας, με καλές σχέσεις με τον αναρχικό χώρο και υπερεπαναστατικές θέσεις του τύπου:

-Να τους πάρουμε φαλάγγι!
-Πότε; Τώρα;
-Όχι, χτες

Να σημειωθεί ότι το ΕΕΚ είναι ίσως η μόνη δύναμη των ΕΑΑΚ που δε συμμετέχει στην Ανταρσύα. Συμμετέχει όμως η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος η οποία διαφέρει από την ΟΚΔΕ-«μη Σπάρτακος» στο ότι έχει μια μεγαλύτερη ευαισθησία στα LGBT θέματα. Οι καθαυτοί λόγοι διάσπασης των «ΟΚΔών» τη δεκαετία του ’80 βέβαια είναι άλλοι, που ανήκουν σε άλλο αφιέρωμα (το γνωστό, ναι). Ακόμη συμμετέχουν η Κ.Ο. Ανασύνταξη (not to be confusedwith «Κίνηση για την Ανασύνταξη κλπ κλπ 1918-55»), το ΕΑΜ Πάτρας (η οργάνωση του δολοφονημένου αγωνιστή Ν. Τεμπονέρα), οι Οικολόγοι-Εναλλακτικοί οι οποίοι δεν ξέρω αν υφίστανται (ψιλοϋφίστανται) και η ΑΚΟ-Σ (Αυτόνομη Κομμουνιστική Οργάνωση Σερρών)

-Μάστορα, δεν υπάρχει ΑΚΟΣ πλέον. Έχει απορροφηθεί από το ΝΑΡ
-Και ‘γω που θες να το ξέρω;
-Όπως έμαθες τα άλλα να μάθεις κι αυτό

Επίσης στα ΕΑΑΚ υπάρχει και μεγάλος αριθμός ανένταχτων. Τώρα το τι ανένταχτοι είναι αυτοί, θα σας γελάσω. Συνήθως είναι ντεμέκ ανένταχτοι που πρόσκεινται σε μια απ’ τις μεγάλες οργανώσεις. Το ΝΑΡ ειδικά είναι μανούλα στο σπορ «εγκόλπωση ανένταχτων». Παλαιότερα (το Μαηούνη ή την εποχή που γράφαμε το αφιέρωμα στον αριστερισμό) υπήρχε μεγάλη μερίδα «αναρχιζόντων», παιδιών με γενικό «μίσος προς τους μπάτσους» κλπ. Το φαινόμενο αυτό έχει ελαττωθεί και διότι 1. τα ΕΑΑΚ σερβίρονται πλέον περισσότερο ως «παράταξη» (ή «μη παράταξη», οκ) της Ανταρσύα(ς), κάτι που αποξενώνει τους αναρχοδεβαριέσαι και 2. λόγω της στροφής πολλών αναρχικών ή αναρχοκάτι συλλογικοτήτων προς τον «εργατισμό», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, με συνέπεια κόσμος που πήγαινε ντουγρού για ΕΑΑΚ να γίνεται κάτι άλλο πιο μαύρο-κόκκινο.
Λίγο την προσοχή σας παρακαλώ. Here comes the tricky part: ΑΡΕΝ–ΑΡΔΙΝ. Και εκεί που νομίζατε ότι τα βάσανά σας τελείωσαν μόλις τώρα αρχίζουν. Όταν λοιπόν το καλοκαίρι του ’15 η νεολαία Σύριζα αποχώρησε εν μια νυκτί (αναφερθήκαμε όταν μιλούσαμε για το «Bloco») προέκυψαν δύο σχηματισμοί. Μια μερίδα κράτησε τον τίτλο της φοιτητικής παράταξης «ΑΡΕΝ» και πορεύθηκε αυτόνομα μη εντασσόμενη κάπου, ενώ μια άλλη μερίδα δημιούργησε το ΑΡΔΙΝ (Αριστερό Δίκτυο Νεολαίας) και λειτούργει de facto ως νεολαία της ΛΑΕ.
Υπό το φως των εξελίξεων στο χώρο του πρώην Σύριζα και της μορφοποίησης της ΛΑΕ δύο άλλες συνιστώσες των ΕΑΑΚ, οι ΑΡΑΝ (Αριστερή Ανασύνθεση) και ΑΡΑΣ (Αριστερή Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση), έχοντας «γκώσει» από την πολλή επαναστατική καθαρότητα έφυγαν απ’ την Ανταρσύα και εντάχθηκαν στη ΛΑΕ. Όμως άλλο το κόμμα και άλλο το φοιτητικό σκέλος. Σχετικά εύκολα φεύγεις από ένα κάπως φρέσκο brand όπως η Ανταρσύα αλλά απόλυτα δύσκολα εγκαταλείπεις ένα αναγνωρίσιμο, με τα καλά του και τα στραβά του brand, στο φοιτητικό χώρο. «Τούτα τα ΕΑΑΚ είναι δικά σας, αλλά και δικά μας» βροντοφώναξαν λοιπόν οι ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ (που ξαφνικά αγαπήθηκαν καθώς τα προηγούμενα χρόνια αντάλλασσαν «σούτια» σε διάφορες σχολές.) Και όχι μόνο αυτό. «Θα σας φέρουμε και φρέσκο κόσμο εκ πρώην Σύριζα νυν ΛΑΕ από το ΑΡΔΙΝ (και μη ΛΑΕ απ’ την ΑΡΕΝ)». «Όχι» λέει το μισό ΝΑΡ, «Ναι» το υπόλοιπό μισό και «Δε βαριέσαι, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει» όλο μαζί. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ένα κομμάτι της ΑΡΑΣ (το πιο ζωηρό», το πιο τεστοστερονάτο, λένε μερικοί) αποχωρεί και δημιουργεί την ΑΡΙΣ (Αριστερή Συσπείρωση) δηλώνοντας πιστός σύμμαχος του ΝΑΡ και μαζί της καθαρότητας των ΕΑΑΚ από ξένες (και πρώην μη ξένες) προσμίξεις. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν γεγονότα που «δεν τιμούν κανένα μας» όπως μου έλεγε γνωστός μου παλιός Εαακίτης όταν τον ρώτησα:

-Τι έγινε ρε [Τάδε];
-[Το και το]
-Μα καλά όταν παίζουμε ξύλο εμείς κι εσείς είναι «ντροπή και αίσχος» και όταν παίζετε μεταξύ σας είναι «Δευτέρα πρωί»;
-[…]

Έτσι βρισκόμαστε (με μεγαλύτερη ένταση απ’ ό,τι πέρσι) εν όψει του φαινομένου σε πολλές σχολές να κατέβουν πολλαπλά αλληλοδερόμενα (ή σε ανακωχή) ΕΑΑΚ. Ασχέτως των παραπάνω, η πιο σύντομη απάντηση στο «Τι είναι τα ΕΑΑΚ;» παραμένει: «Η κοινή παράταξη Ανταρσύα-ΛΑΕ στα πανεπιστήμια».
Άλλωστε, ουδόλως αναμένεται να θορυβήσουν τα παραπάνω, το ευρέως γνωστό για την αναξιοπιστία του σάιτ του χώρου nka.gr το οποίο θα αθροίσει ό,τι χρειάζεται να αθροιστεί ασχέτως ταμπέλας. Δε μιλάω για «νοθεία» των αποτελεσμάτων. Μιλάμε όμως για επιλεκτική παρουσίαση στα ΑΕΙ και για σχεδόν ολική απουσία αποτελεσμάτων ΤΕΙ (εσχάτως έχουμε και λιγάκι ΤΕΙ, για μεζέ) πάνω στην απάλευτη λογική:

-Μα αφού δεν έχω ρε φίλε σχήμα εκεί, πως θα βγάλω αποτελέσματα;
-Ε, τότε μη βγάζεις συγκεντρωτικά ρε μάστορα
-Ε, και πώς θα γίνει;
-Ε, μα αυτό είναι σολιψισμός. Δεν βλέπω κάτι άρα δεν υπάρχει

Εντάξει όλα αυτά, αλλά το ρεζουμέ ποιό είναι; Λοιπόν που λέτε στα ΕΑΑΚ υπάρχουν ορισμένοι πολύ αξιόλογοι άνθρωποι σε προσωπικό επίπεδο, αρκετά περισσότεροι είναι αντιφασίστες, αρκετοί αγωνίζονται σε επιμέρους κινήματα (πλειστηριασμούς κλπ) ενώ μερικοί έχουν μια ασαφή αριστεροκάτι άποψη για την κοινωνία του μέλλοντος, σωστά φανταστήκατε, αυτή που «θα τρέχουμε γυμνοί στα λιβάδια». Τώρα γιατί συμμετείχαν στις γιορτές υπερηφάνειας ή/και διαπραγμάτευσης του Σύριζα πρόπερσι, θα σας γελάσω. Γιατί επίσης τη δεκαετία του 2000 (δεκαετία μόνιμης συνεργασίας ΕΑΑΚ-ΔΑΡΑΣ/ΑΡΕΝ) όταν τους λέγαμε ότι ο Σύριζα θα εξελιχθεί σε σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα μας έλεγαν μίζερους δογματικούς, ούτε αυτό το ξέρω. Γιατί επί χρόνια, ως πτυχιούχοι πλέον, συνεργάζονταν σε συλλόγους δασκάλων/καθηγητών με το Σύριζα είναι κάτι που επίσης (παριστάνω ότι) αγνοώ. Το ίδιο και για τη στάση των πολιτικών τους φορέων στο συνδικαλιστικό κίνημα (με το τσουβάλιασμα του ΠΑΜΕ με τον κυβερνητικό/εργοδοτικό συνδικαλισμό).
Φυσικά υπάρχουν και αρκετά νέα παιδιά που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ΚΚΕ. Απλώς δεν είναι ΚΚΕ από σπόντα, είτε γιατί δεν έτυχε, είτε γιατί πρόλαβαν να μυηθούν στο «αντιΚΚΕ αφήγημα» από νωρίς. Απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι ένας σεβαστός αριθμός απ’ αυτούς γίνεται υποστηρικτής του ΚΚΕ στην (πιο) ενήλικη ζωή του. Βέβαια στη συντριπτική τους πλειοψηφία, και αυτό πιάνει και τους «καλούς» και τους «κακούς», είναι θεμελιωδώς (fundamentally) αντιΚΚΕ και μάλιστα με έναν a priori εξωϊστορικό παβλωφικό ντουγανίσιο αντικΚΚΕδισμό, έναν αντιKKEδισμό συναισθηματικό, λαϊφσταιλάδικο κλπ και ως εκ τούτου απολίτικο και εδώ που τα λέμε απάλευτο και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιδραστικό.

-Ναι, αλλά τους χωνεύεις. Πες την αλήθεια! ΑΪ ΓΟΥΟΝΤ ΔΕ ΤΡΟΥΘ!
-ΓΙΟΥ ΚΑΝΤ ΧΑΝΤΛ ΔΕ ΤΡΟΥΘ!

The Truth is out there. Πανσπουδαστική Κίνηση Συνεργασίας

-«Η αντικειμενικότητα είναι μια μαλακία»
-Πάολο Κοέλιο;
-Όχι. Εγώ, τώρα

Η Πανσπουδαστική Κ.Σ. λοιπόν (ή Πανσπουδαστική Σ.Κ. παλαιότερα) ήταν για πολλά χρόνια η παράταξη της ΚΝΕ, του ΚΚΕ δηλαδή, στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Και πλέον αποτελεί το εκλογικό σχήμα του ΜΑΣ (Μέτωπο Αγώνα Σπουδαστών) μιας συσπείρωσης που συμμετέχει η ΚΝΕ, που συσπειρώνει τους φοιτητές όχι με βάση κάποιο ISO πρότυπο αριστεροσύνης, αλλά με κριτήριο την θέλησή τους να παλέψουν για τα προβλήματά τους, κύρια φοιτητές από λαϊκές οικογένειες. Το ΜΑΣ βρίσκεται σε στενή συνεργασία με το ΠΑΜΕ, την αντίστοιχη ταξική συσπείρωση των εργαζομένων. Δεν ζει σε γυάλα και δεν αντιμετωπίζει το φοιτηταριάτο σαν μια ομάδα διανοουμένων αλλά σαν αυριανούς εργαζόμενους. Παλεύει για σχολές με λειτουργικούς συλλόγους σπουδαστών, για τα καθημερινά ζητήματα από το βιβλίο και το πρόγραμμα σπουδών έως τα επαγγελματικά δικαιώματα χωρίς να αποσπάται απ’ το γενικό, την κατάσταση στη χώρα. Και σ’ αυτόν τον αγώνα τα περισσότερα παιδιά είναι με ειλικρινή αυταπάρνηση.
Ναι, τα παιδιά της ΚΝΕ στα πανεπιστήμια είναι λίγο στραβόξυλα ώρες ώρες, λίγο μονοκόμματοι, υπάρχουν φορές που «δε στρίβουν» αλλά στις 03.00 τα ξημερώματα θα είναι έξω απ’ τη ΜΕΒΓΑΛ όταν θέλει να κάνει ατομικές συμβάσεις, στις 09.00 έξω απ’ το Attica όταν θέλει να ανοίξει τις Κυριακές, στις 12.00 στις σχολές τους όταν η γραμματεία θα δηλώνει ότι εξαντλήθηκαν τα συγγράμματα, στις 15.00 θα μαζευτούν να τα πουν και στις 18.00 θα βγουν στη συνοικία εξόρμηση με τη Λαϊκή Επιτροπή για το δημόσιο γηροκομείο που κλείνει.

-Ναι, αλλά στις 21.00 θα πάνε για κρασιά στο Μπιτ Παζάρ! Γι’ αυτά δε λέτε τίποτα!
-[σφίγγει τα δόντια, για να συγκρατηθεί]

Όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι που περάσαμε απ’ τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κόσμο του ΜΑΣ, της ΠΚΣ, ενόψει της Τετάρτης 24 του Μάη. Γιατί είναι το αυριανό επιστημονικό δυναμικό που θέλουμε να κρατήσουμε στο ρημαδότοπο που λέγεται Ελλάδα. Είναι αν θέλετε και προσωπικό το ζήτημα. Δε θέλω να χάσω άλλους φίλους για τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία. Τους θέλω εδώ, με την επιστημονική τους κατάρτιση για να σώσουμε οτιδήποτε αν σώζεται. Και αν το δυναμικό αυτό, εκτός από επιστημονικά καταρτισμένο, είναι και αγωνιζόμενο, διπλό το καλό. Γιατί θα είναι πάλι μαζί μου έξω απ’ τη δουλειά μου, όπως ήταν πέρσι που ήμουν απλήρωτος και υπήρχε κίνδυνος να βρεθώ στο δρόμο. Και θα συνεχίσουν να ακούν στωικά τον κάθε ανύπαρκτο ή βαλτό να τους λέει «Δεν έχετε δουλέψει ποτέ στη ζωή σας». Όπως το άκουγα εγώ το 2004 όταν σαν «αδούλευτο» τσουτσέκι 20 χρονών καθόμουν στην αλυσίδα περιφρούρησης μιας απεργίας μαζί με ανθρώπους με ροζιασμένα χέρια ή κατεστραμμένες σπονδυλικές στήλες και άκουγα τα ίδια.
Η Πανσπουδαστική, χτες ως παράταξη και σήμερα ως το αγωνιστικό ψηφοδέλτιο με το γαρύφαλλο, είναι ένα απ’ τα σχολεία που «μας έκαναν ανθρώπους», όχι γιατί ήμασταν τίποτα αστακοί του Λάνθιμου, αλλά γιατί ακριβώς δε θέλαμε να γίνουμε τέτοιοι. Και άμα γινόμασταν πάλι 20 χρονών γομάρια, εκτός ότι θα σηκώναμε όλα τα νταμάρια, την ΠΚΣ θα ξαναψηφίζαμε και με τα δύο χέρια.

Καλή ψήφο λοιπόν.

Φοιτητικές Εκλογές Α' Μέρος: ΔΑΠ-ΠΑΣΠ και το κακό συναπάντημα

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 19/05/2017]



Το «κόντεξτ»


-Θα γράψεις κάτι για τις φοιτητικές εκλογές;
-Μπα, βαριέμαι
-Γράψε τότε το 3ο Μέρος για τον «Αριστερισμό»
-Καλά, θα γράψω για τις εκλογές

Ο παραπάνω διάλογος, αν και φανταστικός, θα μπορούσε να συνοψίζει τη σχέση του γράφοντος με το γράψιμο και τη θεματολογία αυτού. Σε λίγες μέρες έχουμε φοιτητικές εκλογές και το ότι πολλοί αρθρογράφοι της Κατιούσα είμαστε 30φεύγα χρονών δε θα μας σταματήσει απ’ το να γράψουμε γι’ αυτές. Με τη βιωμένη εμπειρία αλλά και την απόσταση τόσων χρόνων για οδηγό, αυτή είναι η δική μου συνεισφορά. Μια παρουσίαση των παρατάξεων που συμμετέχουν. Υποκειμενική και προκατειλημμένη όσο δεν πάει.

Και Α και ΟΥ. Λοβοτομή παντού. Με τη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ.

Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ (Δημοκρατική Ανανεωτική Πρωτοπορία-Νέα Δημοκρατική Φοιτητική Κίνηση) ή πιο απλά ΔΑΠ είναι η παράταξη της ΝΔ. Και εδώ θα μπορούσαμε να σταματήσουμε γιατί μπορείτε να φανταστείτε τα υπόλοιπα. Αλλά όοοοοοοοοχι, θα τα ακούσετε (ή μάλλον θα τα διαβάσετε).
Ιδρύθηκε το 1974 από τη συνένωση της ΔΑΠ Αθήνας και της ΝΔΦΚ Θεσσαλονίκης (χμ, ευρηματικό). Αποτέλεσε τη φυσική (οκ, την ξεπλυμένη) συνέχεια της ΕΚΟΦ, της φασίζουσας αλλά όχι ακριβώς φασιστικής παράταξης της ΕΡΕ στα Πανεπιστήμια προδικτατορικά. Υπήρξε το μακρύ χέρι των κυβερνήσεων Καραμανλή τη δεκαετία του ’70 με χαμηλά πάντως ποσοστά γύρω στο 10%. Η δεκαετία του ’80, με το βαθύ ΠΑΣΟΚ στα ντουζένια του ήταν ταυτόχρονα περίοδος περισυλλογής αλλά και αργής και σταθερής ανόδου. Ήταν παράλληλα η δεκαετία των Κενταύρων και των Ρέηντζερς, των χουλιγκάνικων ομάδων κρούσης, ή ταγμάτων εφόδου όπως θα λέγαμε σήμερα, αν αυτό δε μας θύμιζε κάτι άλλο, λιγότερο μπλε και περισσότερο μαύρο. Ομάδων, που σκοπό είχαν τον τραμπουκισμό φοιτητών της Ν. ΠΑΣΟΚ, όπως επίσης του ΚΚΕ και άλλων αριστερών οργανώσεων. Ελλείψει καθαρής (λόγω της «ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς» όπως θα ‘λεγε κι ο Άδωνις) ακροδεξιάς ή φασιστικής παράταξης στα πανεπιστήμια η ΔΑΠ συσπείρωνε κάθε αντιδραστικό φιλοβασιλικό, φιλοχουντικό ή άλλο στοιχείο εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων. Η δευτεροτριτοτέταρτη θέση της σε πανελλαδικό επίπεδο της έδινε λίγες σχολές στην κατοχή της και ελάχιστες σχολές με αυτοδυναμία. Αυτό σήμαινε ότι η δράση της επικεντρωνόταν περισσότερο στον αγνό ανόθευτο τραμπουκισμό και όχι τόσο στην δημοσιοσχετίστικη πελατειακή κοτζαμπασίστικη σχέση της με το φοιτητόκοσμο, κάτι στο οποίο θα διαπρέψει αργότερα, απ’ τη δεκαετία του ’90 έως σήμερα. Αυτό ξεκίνησε δειλά-δειλά από το 1987 όταν η ΔΑΠ, πατώντας πάνω στην προχωρημένη σήψη της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ (που είχε αντίκτυπο και στο χώρο της παιδείας), την άγρια συκοφάντηση εννοιών όπως (σοσιαλισμός, αριστερά κλπ) πάλι απ’ το ΠΑΣΟΚ και την γενικότερη κατάσταση στην Ευρώπη με τις επικείμενες ανατροπές, κατάκτησε για πρώτη φορά την 1η θέση πανελλαδικά. Και από τότε δεν την ξαναέχασε. Σταδιακά τα Πανεπιστήμια μεταβλήθηκαν σε μηχανισμούς πελατειακών σχέσεων και ρουσφετιών, ανοιχτού ή κεκαλυμμένου μπραβιλικίου και χώρους αναπαραγωγής της εκλογικής βάσης της ΝΔ.
Είναι να απορεί κανείς με διάφορους νεοδημοκρατικής κοπής ή και ελευθέρας βοσκής φιλελευθέρους στη δημόσια σφαίρα, που εν έτει 2017 κάνουν λόγο για «άντρα ανομίας», και «τελευταία οχυρά σοβιετίας». Δεν τους ενημέρωσε κανείς ότι επί 30 (ολογράφως τριάντα) χρόνια κουμάντο στα περισσότερα ελληνικά ΑΕΙ και σχεδόν σε όλα τα ελληνικά ΤΕΙ κάνει η ΔΑΠ; Αυτή βγάζει πρυτάνεις, αυτή δίνει (ή και παίρνει) τις εργολαβίες συντήρησης/καθαριότητας/σίτισης, αυτή καθορίζει ποιος, με ποια ταχύτητα και εάν θα πάρει και πόσα πτυχία. Παράλληλα η ΔΑΠ (μαζί με την ημιθανή αλά όχι λιγότερο συνένοχη ιστορικά ΠΑΣΠ) είναι ένα μόρφωμα που χρησιμοποιεί και περιθάλπει μπράβους της νύχτας ενώ ανοιχτοί είναι και οι δίαυλοί της με την ιδίου φυράματος Χρυσή Αυγή. Ακόμη είναι μια επικερδής επιχείρηση, πρόθυμη να καλύπτει τα λειτουργικά της έξοδα και τα «μερίσματα» των στελεχών της μέσω συνεργασιών με νυχτερινά κέντρα και ταξιδιωτικά πρακτορεία. Είναι αυτή η μέθοδος προσέγγισης μελών που θα διανθιστεί στην πορεία με «χαριτωμένες» αφίσες τύπου «ΜΟΝΙ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ» και «ΠΑΡΤΗ ΜΕ 5 ΕΥΡΩ», ενδεικτικές του πολιτιστικού επιπέδου που διέπει την οργάνωση.

-Αυτό που μας περιγράφεις είναι μια απολίτικη κλίκα. Δηλαδή δεν έχει πολιτική ταυτότητα; Είναι ένα μάτσο αριβίστες στην κορυφή και τα μεσαία κλιμάκια και μια μάζα παραπλανημένα παιδιά στη βάση;

Κάθε άλλο. Η δουλειά-δουλειά και η διασκέδαση-διασκέδαση. Η ΔΑΠ προωθεί ενεργά την πολιτική της ΝΔ (ιδιωτικά ΑΕΙ κλπ) όταν αυτή κυβερνά, καθώς και γενικότερους συστημικούς σχεδιασμούς (κατάργηση ασύλου κλπ) όταν το κόμμα της βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Και τους προωθεί μια χαρά. Με άνεση και ξεδιαντροπιά. Την Τρίτη διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι «είναι μια ανεξάρτητη παράταξη που νοιάζεται για τα συμφέροντα των φοιτητών» και την Πέμπτη δέχεται τα συγχαρητήρια του Σαμαρά, του Κυριάκου ή συνηθέστερα του Άδωνη μέσω γραφικών/γλοιωδών σέλφι. Αλίμονο αν ο ατομικός καριερισμός έμπαινε φρένο στην προώθηση των αλλαγών που έχει ανάγκη η άρχουσα τάξη. Το πρωί ημερίδα για την επιχειρηματικότητα, το μεσημέρι γλείψιμο/απειλή καθηγητή για να περάσει κάποιος δαπίτης το μάθημα και το βράδυ φτηνό (με ακριβή μίζα) ποτό στον Κιάμο. Και το Μάιο; Μύκονοοοοοοοοοος!
Τέλος, σημειώνουμε ότι ο καταποντισμός του ΠΑΣΟΚ και η ουσιαστική διάλυση της νεολαίας του και της ΠΑΣΠ έφεραν τη ΔΑΠ σε κατάσταση να «παίζει μπάλα» μόνη της στις σχολές. Να κόβει (το βήχα) και να ράβει (στόματα). Να οργώνει (συνειδήσεις) και να θερίζει (κεφάλια, έχω και προσωπική εμπειρία).

-Χέρι ήταν, μην υπερβάλλεις, επειδή σε ράβανε τρεις ώρες στο ΑΧΕΠΑ
-Έστω.

Θα μου κλείσεις το σπίτι με έχεις κάνει ΠΑΣΠίτη

Τι να πει κανείς για το σκήνωμα της ΠΑΣΠ; Της κάποτε κραταιάς παράταξης ενός κραταιού κόμματος, του καθαυτού «ελληνικού» κόμματος, του κόμματος που συμπύκνωνε το ζουμί του νεοελληνικού μικροαστισμού των τελευταίων 40 ετών, του ΠΑΣΟΚ. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.
Η ΠΑΣΠ σε αντίθεση με την ΔΑΠ λοιπόν είχε το εξής πλεονέκτημα. Η ΔΑΠ, έχοντας το κόμμα της στην αντιπολίτευση στα περισσότερα χρόνια απ’ το ’74, και με δεδομένο ότι μέχρι το 1982 ήταν ημι-περιθωριακή, διέπρεψε περισσότερο στο «συντεχνιακό», εσωτερικό ρουσφέτι εντός σχολών. Βιβλία, σημειώσεις, θέματα, ταξίδια, νυχτερινά κέντρα κλπ. αποτέλεσαν το φόρτε της. Η ΠΑΣΠ απ’ την άλλη (χωρίς να υστερεί στα προηγούμενα) είχε το εξής συντριπτικό πλεονέκτημα. Έχοντας το κόμμα της στην κυβέρνηση για πολλά χρόνια (1981-1989, 1993-2004) μπορούσε να υποσχεθεί ρουσφέτια και εκτός πανεπιστημίου. Ο μεν δαπίτης μπορούσε να υποσχεθεί κάτι μόνο για το δήμο ή τη νομαρχία (εφ’ όσον ήταν μπλε), ο Πασπίτης είχε και το κεντρικό κράτος και μια θέση σ’ αυτό σαν δέλεαρ. Έχει μεγάλη σημασία αυτό. Άλλο να προσφέρεις τη ψήφο σου με αντάλλαγμα να έρχεται η υδροφόρα στο χωριό δυο φορές τη βδομάδα αντί για μία και άλλο να έχεις την κρυφή ελπίδα ότι αν ανελιχθείς στην κλίμακα της πασοκοϊεραρχίας, θα μπεις στη ΔΕΗ ή στο καθαυτό δημόσιο.
Στις αγωνιστικές επετείους (πχ. Πολυτεχνείο) το πράγμα άλλαζε. Οι πασπίτες φορούσαν τα «αγωνιστικά» τους και μας γάνωναν το κεφάλι στα φουαγιέ των σχολών με Μπιθικώτση και «Όταν σφίγγουν το χέρι». Μη με παρεξηγήσετε, πολύ καλός ο Μπιθικώτσης και η Ρωμιοσύνη, απλά όταν έχει διαβρωθεί το ακουστικό σου νεύρο από την χρησιμοποίηση τους απ’ τους πασόκους, προκαλείται μια μικρή απώθηση. Φανταστείτε τη λέξη αριστερά και τον Σύριζα και θα καταλάβετε. Τέτοια τρέλα που λέτε πουλούσε η ΠΑΣΠάρα. Και την αγόραζε ουκ ολίγος κόσμος.
Στην πωλούμενη τρέλα δεν συμπεριλαμβάνεται το παρακάτω περιστατικό, ενδεικτικό του τι θεωρεί ένα στέλεχος καθεστωτικής παράταξης σοβαρό και τι όχι. Νομίζω ότι η πασπίτισσα της παρέας, μεσαίο στελεχάκι, ήταν απόλυτα ειλικρινής μέσα στο μικρόκοσμό της όταν βρεθήκαμε σε κοινή παρέα το 2012 και της φέρθηκα λίγο προβοκατόρικα:

-Ξέρεις, συν τοις άλλοις είστε υπεύθυνοι για την καταστροφή της χώρας, τη φτωχοποίηση εκατομμυρίων ανθρώπων και τις 3.000 αυτοκτονίες
-[καμία αντίδραση, η πασπίτισσα πίνει το κρασί της, τρώει λίγο σαλάτα και αλλάζει θέμα]

Δεν περνάνε 10 λεπτά και σε πολύ ηπιότερο τόνο, με την αίσθηση ότι δε λέω και κάτι φοβερό, αναφέρομαι και σε πιο καθημερινά πράγματα:

-Άλλωστε ρε Μαρία και σεις κάνετε τα κονέ σας με τα ξενυχτάδικα και τα γραφεία ταξιδίων…
-ΣΟΒΑΡΑ ΜΙΛΑΣ; ΑΚΟΥΣ ΕΚΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΛΕΣ ΟΤΙ ΒΓΑΖΟΥΜΕ ΛΕΦΤΑ ΑΠΟ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ! ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΟ!

Η ψευδής συνείδηση, στα καλύτερά της.
Ελαφρύνοντας την κουβέντα, οι διαφορές ΔΑΠ-ΠΑΣΠ ήταν θα λέγαμε και «πολιτιστικές».
Υπήρχε δηλαδή ένας καταμερισμός. Αν ο Δαπίτης ήταν πρώτος στα «μπίτια», ο Πασόκος ήταν πρώτος στα σκυλάδικα. Υπήρχαν βέβαια και ενδοσκυλαδικές αντιθέσεις. Ο δαπίτης ως πιο εύπορος, μπορούσε να είναι εξπέρ στον πιο «φλώρο» Οικονομόπουλο, ενώ ο πασπίτης ως «λαϊκότερος» είχε μια παραπάνω έφεση στον πιο «βαρύ» Μακρόπουλο. Φυσικά τα παραπάνω είναι σχηματικά. Δυστυχώς οι εγγραφές μελών στις αστικές φοιτητικές παρατάξεις δεν ήταν αντίστοιχη της ταξικής αναφοράς αυτών. Είδα και είδαμε πολλά παιδιά φτωχών οικογενειών, ιδιαίτερα απ’ την επαρχία, να περιφέρονται σαν «χαμένα» γύρω απ’ τα τραπεζάκια της ΠΑΣΠ και κυρίως της ΔΑΠ στο πρώτο έτος και να γράφονται μέλη. Είδαμε επίσης το πώς η γαλούχηση με το πνεύμα του ατομικισμού, του βολέματος, της «σκατοψυχιάς», τους έκανε χρόνο με το χρόνο να υψώνουν το γιακά της πόλο μπλούζας (μικρό το κακό, αν μέναμε στην ενδυματολογία) και να περιφέρονται με ύφος «γαμιά της γειτονιάς» και «δερβέναγα του χωριού» παριστάνοντας τους Mr. Τίποτα.

Τι ακριβώς μπλοκάρει το #Bloco;

Οι παλιοί θυμούνται το/τα Δ.Α.Ρ.Α.Σ. (Δίκτυο Αυτόνομων Ριζοσπαστικών Αριστερών Σχημάτων), οι παλιότεροι τον Δημοκρατικό Αγώνα, οι νεότεροι, μεταξύ των οποίων και εμείς οι 30άρηδες (sic) την ΑΡ.ΕΝ. (Αριστερή Ενότητα). Τι κοινό έχουν όλα τα παραπάνω ονόματα ή ακρωνύμια; Είναι τα διάφορα brands(«brand name»=διακριτικός τίτλος) με τα οποία μας συστήνεται ανά τις εποχές ο πολιτικός χώρος ανάμεσα στο ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι ο χώρος που φέρει τον παραπειστικό τίτλο «Ανανεωτική Αριστερά», προφανώς σε αντιδιαστολή με μια άλλη αριστερά δογματική, αρτηριοσκληρωτική, πεπαλαιωμένη, αποστεωμένη, αποχυμωμένη και αποφλοιωμένη. Έστι δε μη αποφλοιωμένη αριστερά, το λεγόμενο ΚΚΕ Εσωτερικού ή ΕΑΡ ή Συνασπισμός ή Σύριζα, ανάλογα την εποχή.
Ε, λοιπόν δε θα το πιστέψετε. Ενώ στο κόμμα οι αποχωρήσαντες του 2015 που συγκρότησαν αργότερα τη ΛΑΕ ήταν μειοψηφία, στη νεολαία λόγω του λεγόμενου «βρασμού του αίματος» ήταν η συντριπτική πλειοψηφία. Έτσι, όταν ο Σύριζα μετά το λεβέντικο δημοψήφισμα της 15ης Ιουλίου έκανε την περιβόητη «δεξιά στροφή» (ότι πριν ήταν ζωσμένοι με τα φυσεκλίκια και έτοιμοι για το βουνό δηλαδή…) η νεολαία του, έτσι νευρώδης, αδάμαστη και επαναστατική που ήταν πάντα, είπε το μεγαλειώδες μπουμπουλινέικο και μαντωμαυρογένικο «ΟΧΙ» και αποχώρησε ψιλοσύσσωμη απ’ το Σύριζα. Και σαν να μην έφτανε αυτό οι νεαροί συριζαίοι, καθώς «δε βολεύονταν με λιγότερο ουρανό» αποχωρώντας (μαζί με τις «αριστερότερες» συνιστώσες ΚΟΕ/ΔΕΑ κλπ) πήραν μαζί τους παραμάσχαλα και το brand name ΑΡ.ΕΝ. Αριστερή Ενότητα. Τέτοια κελεπούρια με ιστορία και αγωνιστικές περγαμηνές (#not) brand names δε χάνονται στο φοιτητικό χώρο. Έτσι προέκυψε η ανάγκη η (ανύπαρκτη) Νεολαία Σύριζα να προχωρήσει σε rebranding του σκηνώματός της. Και παραμένοντας σχεδόν ανύπαρκτη από κόσμο, δημιούργησε το λεγόμενο #Bloco (με δίεση). Τώρα, το τι ακριβώς μπλοκάρει το Bloco δεν είμαι σίγουρος, ξέρω όμως τι δεν μπλοκάρει και τι προωθεί. Είναι το φερέφωνο της κυβέρνησης Συριζα(νελ) στα Πανεπιστήμια, και έχει αναλάβει το βαρύ είναι αλήθεια έργο (εγώ πχ. θα ντρεπόμουν να το κάνω, αλλά οκ, εγώ έχω και τσίπα, οπότε δεν πιάνομαι) να λειάνει τις γωνίες του 3ου και 4ου Μνημονίου οσονούπω και του 5ου Μνημονίου. Τώρα θα μου πείτε:


-Μα ρε φίλε, μπήκαμε στο σάιτ της και λέει τα ακριβώς αντίθετα, ότι αγωνίζεται για «να τρέχουμε γυμνοί στους αμπελώνες και να κυλιόμαστε στο παχύ χορτάρι»

-Καλωσήρθατε στην ΠΑΣΠ v2.0 και καλά κρασιά (απ’ τον αμπελώνα)

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

ΝΒΑ: Περιφερειακοί ανταγωνισμοί σε εξέλιξη

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 16/05/2017]


«Σκληρή» Δύση VS «Νερόβραστη» Ανατολή σημειώσατε… μάλλον μη σημειώνετε τίποτα ακόμα. Και αυτό γιατί η εσωτερική μάχη στις δύο περιφέρειες του ΝΒΑ βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Και συγκεκριμένα στο υψηλότερο επίπεδο. Απ’ τη μια πλευρά μαίνεται ήδη ο πόλεμος ανάμεσα στα κατά τεκμήριο δύο καλύτερα projects των τελευταίων 5 και 20 ετών αντίστοιχα, δηλαδή τους Γκόλντεν Στέητ Γουόριορς και τους Σαν Αντόνιο Σπερς (1-0) και απ’ την άλλη η κουστωδία του λεγόμενου ή/και πραγματικού βασιλιά Λεμπρόν Τζέιμς ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τους Μπόστον Σέλτικς.

Φαρ Ουέστ

Στην ακόμα και εν έτει 2017 «άγρια» Δύση, οι θυελλώδεις Γουόριορς έκαναν έναν περίπατο με δύο 4-0 («σκουπίσματα-sweeps», έτσι τα λένε στην Αμερική) απέναντι στους αξιοπρεπείς Μπλέιζερς και στους πολύ καλούς «Μορμόνους» (αν και με 2-3 Γάλλους καθολικούς) Γιούτα Τζαζ, οι οποίοι κόντρα στις προβλέψεις πέρασαν το εμπόδιο των Κλίπερς στον πρώτο γύρο. Αντίθετα οι γερασμένοι αλλά πάντα μυαλωμένοι Σπερς, δυσκολεύτηκαν περισσότερο απ’ όσο δείχνουν τα τελικά 4-2 στους δυο πρώτους γύρους. Μετά από ένα σκληρό τζαρτζάρισμα επιβλήθηκαν πρώτα έναντι των σκληροτράχηλων Μέμφις Γκρίζλις και αργότερα των τριποντάκηδων Ρόκετς καταφέρνοντας στο τέλος να ξυρίσουν τον υποψήφιο για MVP γαμπρό, Τζέιμς Χάρντεν.

Θα ήταν παράλογο να ισχυριστούμε ότι στη δυτική μάχη, μεταξύ των διασκεδαστικών αλλά απόλυτα αποτελεσματικών Καλιφορνέζων και των καλοκουρδισμένων Τεξανών δεν υπάρχει φαβορί. Και αυτό είναι η παρέα του Στεφ Κάρι, του Κλέι Τόμσον, του «τσαμπουκά» πολυθεσίτη Ντρέιμοντ Γκρην και του άτιτλου μεν, σουπερστάρ πρώτου μεγέθους δε, Κέβιν Ντουράντ που αποκτήθηκε φέτος. Μια ομάδα που αποτελεί την επιτομή του σύγχρονου μπάσκετ, «ταχύτητα-κίνηση-passing game-πολλά τρίποντα» αλλά ταυτόχρονα καλή άμυνα, μια συνταγή που οδήγησε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος το 2015 και την πολύ δυνατή παρουσία στους τελικούς το 2016. Μπορεί να έχει κάποια προβλήματα στο «δέσιμο», καθώς επίσης να μην έχει στον πάγκο τον πρώτο προπονητή της Στ. Κερ λόγω χρόνιου προβλήματος υγείας, αλλά το πλεονάζον ταλέντο και η κεκτημένη ταχύτητα των περασμένων σεζόν φτάνουν και περισσεύουν για της δώσουν τον τίτλο του φαβορί. Και ο τίτλος αυτός ενισχύεται μετά τον δραματικό πρώτο αγώνα και τη νίκη, που συνοδεύτηκε με τις καταγγελίες για εσκεμμένο τραυματισμό του σταρ του Σαν Αντόνιο, Κ. Λέοναρντ από έναν οξύθυμο γεωργιανό (σ.σ. όχι αυτόν που φαντάζεστε), τον σέντερ Ζάζα Πατσούλια.

Απ’ την άλλη μεριά, πριν από κάθε τι υπάρχει ο προπονητής Γκρ. Πόποβιτς, ο τεχνικός διευθυντής Ρ.Σ. Μπιούφορντ και γενικά ο οργανισμός που λέγεται Σαν Αντόνιο Σπερς, υπόδειγμα για όλες τις ομάδες του NBA εδώ και δυο δεκαετίες. Παρά την απώλεια του Τιμ Ντάνκαν, καλύτερου παίκτη της ιστορίας τους, λόγω «συνταξιοδότησης» και τις αναταράξεις που έφερε η προσαρμογή στην νέα εποχή οι Σπερς κατάφεραν, με κόπο είναι η αλήθεια, να φτάσουν στα τελικά της Δύσης. Παραμένουν ένας αμυντικός ογκόλιθος, αλλά στην επίθεση έχουν εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό το ευρωπαϊκής κοπής εκπληκτικό passing game που τους χάρισε το πρωτάθλημα το 2014. Πλέον όλα, ή σχεδόν όλα, περνάνε απ’ τα χέρια του σουπερστάρ «νέου τύπου», του «στόμα έχω και μιλιά δεν έχω» Καβάι Λέοναρντ ο οποίος παραμένοντας ένας απ’ τους 2-3 καλύτερους αμυντικούς του σύμπαντος, έχει εξελιχθεί σε φονική επιθετική μηχανή. Οι Σπερς τέλος, κόντρα σε κάθε σύγχρονη προπονητική σχολή και την ίδια την επιστήμη της στατιστικής, χρησιμοποιούν πολύ το σουτ από μέση απόσταση, το λεγόμενο «mid–range», σε αντίθεση με την προσέγγιση «τρίποντο ή τέφρα» που ακολουθεί η υπόλοιπη λίγκα. Απ’ τη σειρά λείπει ο σε πτώση ων «παλιός» Τόνι Πάρκερ, με την ανεκτίμητη όμως εμπειρία τέτοιων παιχνιδιών, λόγω τραυματισμού, κάτι που γέρνει ακόμα περισσότερο την πλάστιγγα υπέρ των Γουόριορς.

Ανατολικό (μονο)μπλόκ

Όσον αφορά την Ανατολή, δικαιώθηκε για ακόμα μια φορά η άποψη ότι πρόκειται για την πιο «soft» περιφέρεια του ΝΒΑ, που χρησιμεύει για την προπόνηση των Καβαλίερς (που πάντως φέτος αντιμετώπισαν κραδασμούς στην κανονική περίοδο) μέχρι τον τελικό. Αυτή τη φορά το Κλήβελαντ πέρασε σχετικά εύκολα το εμπόδιο των Ιντιάνα Πέησερς (4-0) και ακόμα πιο εύκολα αυτό των Τορόντο Ράπτορς (4-0 με τα τσαρούχια), που μετά την περσινή δυναμική τους πορεία φέτος φάνηκαν «λίγοι» στα ημιτελικά της Ανατολής. Απ’ την άλλη όμως μας αποζημίωσε αρκετά η σκληρή μονομαχία των Μπόστον Σέλτικς με τους Ουάσινγκτον Γουίζαρντς που κρίθηκε στα 7 παιχνίδια με 4-3 υπέρ των Κελτών. Να σημειωθεί ότι η αρκετά σοβαρή φέτος ομάδα της Βοστώνης λίγο έλειψε να χύσει την καρδάρα με το γάλα όταν, στον πρώτοι γύρο, έχασε τα δυο πρώτα παιχνίδια στην έδρα της απ΄ το σκορποχώρι πολυτελείας Σικάγο Μπουλς, γυρίζοντας στη συνέχεια τη σειρά και ολοκληρώνοντας την με 4-2. Οι δε Γουίζαρντς απέναντι σε έναν αξιοπρεπή αλλά υποδεέστερο αντίπαλο, τους Ατλάντα Χωκς του «πολύ» Ντουάιτ Χάουαρντ πέρασε απ’ τον πρώτο γύρο με επίσης με 4-2.

Μπορεί εμείς στην Ελλάδα να λύσαμε το πρόβλημα της μοναρχίας το 1974, στις ΗΠΑ όμως και συγκεκριμένα στο Οχάιο οι φίλαθλοι είναι κατηγορηματικοί ότι βασιλιάς παραμένει ο Λεμπρόν Τζέιμς. Και παρά τις ενστάσεις μας, δεν τους αδικούμε. Ο Λεμπρόν φέτος έκανε μια πολύ ουσιώδη, λιγότερο θεαματική-περισσότερο παραγωγική χρονιά. Αυξήθηκε ο οργανωτικός του ρόλος χωρίς να πάει πίσω το σκοράρισμα. Το υπόλοιπο καστ είναι πολύ καλό (Ίρβινγκ, Λαβ κ.α.), ενώ οι προσθήκες στον πάγκο που είχε ζητήσει μεσούσης της σεζόν, πραγματοποιήθηκαν. Μένει να δούμε πόσο ωφέλησε η κατά πολλούς ηθελημένη κατάληψη της 2ης θέσης στην κανονική περίοδο (καθώς φημολογείται ότι ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία την Ουάσινγκτον στο 2ο γύρο). Ο στόχος επετεύχθη και μάλιστα συνολικά καθώς οι Καβαλίερς δε θα βρουν τους πρωτευουσιάνους ούτε στον τελικό της Ανατολής, αφού αποκλείστηκαν απ’ τους Μπόστον Σέλτικς, που κύκλοι του Κλήβελαντ τους παρουσιάζουν σαν πιο βατούς.

Σε ότι αφορά τους Σέλτικς, έχουν καταφέρει να φτιάξουν ένα πολύ καλό σύνολο με εξελίξιμους παίκτες, καθώς και παίκτες στο «peak» της καριέρας τους όπως ο τρομερός κοντός Αϊζάια Τόμας «2», που φέτος έβαλε υποψηφιότητα για MVP και ο σταθερά υποτιμημένος τίμιος ψηλός Αλ Χόρφορντ. Όλα δείχνουν ότι αν όχι φέτος, του χρόνου θα προσπαθήσουν να κοντράρουν στα ίσια τους Καβαλίερς. Σε αυτό συμβάλλουν και τα καμιά 10ριά picks (επιλογές στο draft) που απέκτησαν το 2013 όταν μοσχοπούλησαν τους τότε αστέρες τους στους Μπρούκλυν Νετς, picks που οδήγησαν (και θα συνεχίσουν να οδηγούν και φέτος) στην υπερσυσσώρευση ταλέντου. Παρ’ όλα αυτά, το συντριπτικό προβάδισμα στη σειρά το έχει η παρέα του Λεμπρόν του Τζέιμς.

Ο πόλεμος λοιπόν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού συνεχίζεται και η «Κατιούσα», αν και δε συμμετέχει, ως όπλο, σ’ αυτόν, παρακολουθεί διακριτικά και από απόσταση τις εξελίξεις στα πεδία των μαχών και θα σας κρατάει ενήμερους για κάθε τι νεότερο, μέχρι και τους τελικούς του ΝΒΑ, βαθιά μέσα στον Ιούνη, με το μολύβι στο ένα χέρι και τα μπρατσάκια στο άλλο.

Μείνετε συντονισμένοι.

«Γιατί χαίρεται ο κόσμος και βλέπει Γιουροβίζιον πατέρα»;

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιοιύσα, www.katiousa.gr, στις 11/05/2017]


Mέρος Ά: To «no politica» των σαλονιών



Πανηγυράκι ή φεστιβάλ τραγουδιού;
Καρακιτσαριό ή έκθεση μουσικών ιδεών;
Τηλεοπτικό προϊόν ή πολιτιστικό γεγονός;

Όποια απάντηση κι αν επιλέξουμε στα παραπάνω ερωτήματα θα είμαστε σχετικά ακριβείς. Όταν το 1956 η Ένωση των Ευρωπαϊκών -Κρατικών- Ραδιοτηλεοπτικών Σταθμών (EBU, European Broadcasting Union) αποφάσιζε να ξεκινήσει έναν πανευρωπαϊκό διαγωνισμό «ελαφρού», όπως χαρακτηριζόταν τότε, τραγουδιού κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι 60 και πλέον χρόνια μετά η Eurovision, θα αποτελούσε ένα κορυφαίο τηλεοπτικό γεγονός για την ευρωπαϊκή ήπειρο, που θα συναγωνιζόταν σε τηλεθέαση τα πιο δυνατά τηλεοπτικά events όπως το Ευρωπαϊκό ή το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου.

Η Eurovision για πολλές δεκαετίες αποτελούσε ένα όχι και τόσο δημοφιλές ετήσιο γεγονός. Πολλοί κρατικοί σταθμοί κατά καιρούς το έβλεπαν σαν αγγαρεία. Η Ιταλία για παράδειγμα, με παράδοση και στο «ελαφρό» τραγούδι, το έβλεπε για χρόνια σαν κάτι ανταγωνιστικό προς το δικό της, το Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, γι’ αυτό και απείχε. Ελάχιστοι δε καλλιτέχνες, ακόμα και νικητές έκαναν καριέρα εξαιτίας της παρουσίας τους στο διαγωνισμό. Το Φεστιβάλ ζούσε για μερικές εβδομάδες πριν και για μερικές μετά την ημερομηνία διεξαγωγής εκτός αν συνέβαινε κάτι ιδιαίτερο, πχ. κάποια καλτ ή καρικατουρίστικη συμμετοχή και μετά σιγή. Επίσης οι χώρες που κέρδιζαν δεν αντιμετώπιζαν τον τίτλο ως εθνική επιτυχία, ούτε γκρέμιζαν τα τείχη για τους νικητές.

Όμως τα πράγματα σταδιακά απ’ τη δεκαετία του ’90 και κυρίως αυτή του 2000 άλλαξαν. Μετά τις ανατροπές στην Ανατολική Ευρώπη, πολλοί κρατικοί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί ζήτησαν την είσοδο τους στην EBU. H EBU γιγαντώθηκε. Η «καθαρή» ποπ μουσική, που είχε μεγαλύτερη απεύθυνση στη δυτική Ευρώπη υποχώρησε προς χάριν ενός μίγματος έθνικ-σλαβικών-ποπ-ηλεκτρονικών ρυθμών σε διάφορους συνδυασμούς σε μια προσπάθεια να γίνει αρεστή σε μεγαλύτερο τηλεοπτικό κοινό. Κάπου εκεί άρχισαν ή μάλλον οξύνθηκαν τα παρατράγουδα. Η νίκη άρχισε να έχει μεγαλύτερη αξία. Οι ψηφοφορίες είτε από τις κρατικές επιτροπές είτε μέσω televoting έγιναν αντικείμενο χειραγώγησης. Το κάποτε γραφικό ελληνικό 12άρι στην Κύπρο και τούμπαλιν ή το λιγότερο αυτόματο 10άρι της Πορτογαλίας στην Ισπανία έγινε πλέον ομαδοποιημένη ψηφοφορία ανά γεωγραφική περιοχή και γλωσσική ή θρησκευτική συγγένεια. Σκανδιναβικός πόλος, Γιουγκοσλαβικός (με υποδιαιρέσεις) πόλος, Βαλτικός πόλος και πάει λέγοντας. Χώρες «μητέρες» (πχ. Ρωσία) και χώρες θυγατέρες (πχ. Λευκορωσία). Φήμες για χακάρισμα των τηλεφωνημάτων και ψήφους που δίνονται με «μη καλλιτεχνικά κριτήρια». Η Eurovision έγινε ένα πιο καλοδουλεμένο τηλεοπτικό προϊόν. Και όπου υπάρχει προϊόν, υπάρχουν και αγορές. Και όπου υπάρχει πολιτιστικό ή και «πολιτιστικό» προϊόν υπάρχει και ιδεολογία. Υπάρχει και κόσμος που πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί για το τι είναι τέχνη και τι είναι διασκέδαση. Και τι καλύτερο από ένα θέαμα που μπορεί να το παρακολουθήσει ο καθένας ένα Σάββατο βράδυ απ’ το σπίτι του.

Ναι, η Γιουροβίζιον δεν θα ξεκινήσει κανέναν 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα συμβάλει όμως, όπως μπορεί, στην ανακατωσούρα σε μια στιγμή σε μια δοσμένη περιοχή. Όπως πέρσι, που η Ουκρανία κατέβασε το τραγούδι «1944» που περιέγραφε δακρύβρεχτα τους διωγμούς των Τατάρων της Κριμαίας τη συγκεκριμένη χρονιά. «When soldiers are coming» ξεκινούσε, και όλοι εμείς μείναμε εμβρόντητοι για το πώς διέφυγε της προσοχής της κ. Τζαμάλα ότι κάτι άλλοι «soldiers» «came» στην Ουκρανία το ’41, το ‘42, το ’43. Αλλά αυτό θα ενέπιπτε στο καταστατικό της EBU περί «απαγόρευσης πολιτικών στίχων στη Eurovision».

Είναι απορίας άξιον το πως η κατά τα’ άλλα «ευαίσθητη» στις πολιτικολογίες EBU επέτρεψε στο τραγούδι αυτό να διαγωνιστεί. Βέβαια, η απορία μας λύνεται αυτοδικαίως όταν αναλογιστούμε το πόσο στηρίζουν την ημιφασιστική, πραξικοπηματικά εγκατεστημένη κυβέρνηση του Κιέβου τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης (μέσα σ’ αυτά και τα κρατικά βλ. BBC κλπ). Μια κυβέρνηση που περιλαμβάνει από «δυτικότροπους» «ανεκτικούς», «πολυπολιτισμικούς» νεοφιλελεύθερους έως… δεξιότερους της Χρυσής Αυγής επαγγελματίες δολοφόνους). Είναι γνωστό επίσης το πόσο προμοταρίστηκαν από τα ίδια μέσα οι διάφορες «πορτοκαλί επαναστάσεις», πρόδρομοι των γεγονότων που βλέπουμε στην Ουκρανία.

Συμπληρωματικά αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό από τα προαναφερθέντα, την πολιτική στάση της Eurovision καθορίζει και το τηλεοπτικό κοινό. Η εμφάνιση πχ. ανοιχτά gay ή τρανς καλλιτεχνών (πχ. Dana International, 1998) ή drag queen δρώμενων είναι συχνή στο διαγωνισμό. O θεσμός της Eurovision έχει μεγάλη απήχηση στην LGBT κοινότητα, μια κοινότητα που στο μεγαλύτερο μέρος της ποδηγετείται από δήθεν απολιτίκ, στην πραγματικότητα χίπστερ-νεοφιλελεύθερες συλλογικότητες όπως αυτές που διοργανώνουν το Pride (που εύστοχα έχει χαρακτηριστεί από αριστερούς ακτιβιστές της κοινότητας «φιλελέ πανηγυράκι»). Η Eurovision λοιπόν είναι άλλο ένα κομμάτι στο πάζλ, αυτό της πραγματικής ή υποτιθέμενης «υπεράσπισης» των δικαιωμάτων της LGBT κοινότητας από το θεσμό. Εκεί εδράζεται (πέραν των γεωπολιτικών συμφερόντων βέβαια, που είναι συντριπτικά καθοριστικότερα) και η δυσφορία της EBU καθώς και οι περιστασιακές απειλές προς τη Ρωσία για αποκλεισμό, με αφορμή έναν όντως αντιδημοκρατικό πρόσφατο νόμο του Πούτιν που τιμωρεί τη «δημόσια gay προπαγάνδα». Είναι χαρακτηριστικό ότι το φετινό σλόγκαν του διαγωνισμού είναι το «Celebrate Diversity» («Ας γιορτάσουμε τη διαφορετικότητα»), όχι γιατί τους ιθύνοντες της EBU τους έπιασε κάνας «πόνος» για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, των μεταναστών και κάθε άλλης κοινωνικής ομάδας αλλά γιατί είναι ακόμα ένα ανώδυνο εμπορικής φύσεως σύνθημα, κάτι σαν το «Say no to Racism» της UEFA.

Αυτό είναι λοιπόν η Eurovision. Προϊόν-ξεπροϊόν, υποκουλτούρα-ξεϋποκουλτούρα, είναι όπως λένε και στην ορεινή Αρκαδία «Take it or leave it». Και επειδή εμείς εδώ στην Κατιούσα όπως έλεγε και ένα παλιό μότο «Πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε», το Σάββατο 13 του Μάη θα το ζήσουμε κι αυτό. Για να έχουμε να γράψουμε κάτι το Μάη του ’18, στα πρώτα γενέθλια του Περιοδικού Κατιούσα, που σας καλωσορίζει αυτές τις μέρες στην παρέα του.

*Υστερόγραφο: Τελικά η Ρωσία αποκλείστηκε από το διαγωνισμό λόγω… “παράνομης επίσκεψης της εκπροσώπου της στην Κριμαία”, που η ουκρανική κυβέρνηση τη θεωρεί δικό της έδαφος.

Μέρος Β’: Οι Ελλάδες στις Γιουροβίζιονς

Ποιές ήταν όμως οι συμμετοχές της χώρας μας που ξεχώρισαν, όχι απαραίτητα για την καλλιτεχνική τους ποιότητα ή την βαθμολογική τους συγκομιδή; Ας κάνουμε μια επιλεκτική αναδρομή.

Η Ελλάδα λοιπόν, μπαίνει στο διαγωνισμό, εν μέσω καταρρέουσας δικτατορίας το 1974 με τη Μαρινέλλα, η οποία μας ενημερώνει για τη σπαρτιάτικη ολιγάρκειά της, που συνίσταται σε «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι της», σε μια αρχετυπική τσίφτικη, φίνα ντερμπεντέρικη συμμετοχή. Την επόμενη χρονιά, σε μια μορφή υποτιθέμενης σιωπηρής διαμαρτυρίας για την εισβολή στην Κύπρο, η Ελλάδα δε συμμετέχει. Η σιωπηρή διαμαρτυρία μετατρέπεται σε «θορυβώδη» το 1976 με τη Μαρίζα Κωχ και το τραγούδι «Παναγιά μου» που περιέχει όχι και τόσο υποσυνείδητα μηνύματα για την κατοχή της Κύπρου. Η κίνηση αυτή θα συνοδευτεί από αντιδράσεις και θα είναι ένας απ’ τους λόγους που η EBU αργότερα θα απαγορεύσει ή καλύτερα θα «απαγορεύσει» τη συμμετοχή τραγουδιών με «πολιτικό περιεχόμενο». Πρόκειται για έναν κανόνα που θα καταστρατηγηθεί δεκάδες φορές κατά το δοκούν, ανάλογα με το κλίμα και τις πολιτικές επιδιώξεις κάθε εποχής. Το 1977 η ΕΡΤ αποφασίζει να στείλει μια dream team νεοδημοκρατών (Πασχάλης, Μ. Τόλη κλπ.) μεταξύ των οποίων και ο οραματιστής συνθέτης/τραγουδιστής Ρόμπερτ Ουίλιαμς, γνωστός για το άσμα «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η Θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία», οι οποίοι με το «Μάθημα Σολφέζ» καταλαμβάνουν την 5η θέση. Το 1979 στην πρωτεύουσα τριών θρησκειών Ιερουσαλήμ, η Ελλάδα μέσω της Ελπίδας (που να σημειωθεί αποτελούσε το Νο1 νεανικό πόθο του πατέρα μου εκείνη την εποχή) μας συστήνει το Σωκράτη ως «πρώτο Χριστό» και «Σουπερστάρ», βασιζόμενη στο αντίστοιχο μιούζικαλ του Broadway για τον κανονικό Χριστό.

Ακολουθεί μια περίοδος αδιάφορων συμμετοχών μέχρι το 1985, όταν σε ένα ξέσπασμα βαθιάς, ντεμέκ «ψαγμένης», πασοκίλας, ο αξιοπρεπής κατά τ’ άλλα Τάκης Μπινιάρης μας ενημερώνει ότι «Θα μας χωρίζουν πάντα κάποιες διαφορές, αισθητικές ή ταξικές ή αν θέλεις κι άλλες», χωρίς όμως να μας διαφωτίζει για τη βασική αντίθεση ανάμεσα σε αυτόν και την καλή του. Τη σκυτάλη τα επόμενα χρόνια πήραν δύο «βαθιές» (αλά ελληνικά) ντίσκο συμμετοχές. Πρώτα το ’87, ο Θάνος Καλλίρης, χρόνια πριν αποφασίσει ως άλλος Ιαβέρης να δίνει συμβουλές σε οδηγούς λεωφορείων, συμβουλεύοντας τους να έχουν «το νου τους», εμφανίζεται με μια πλούσια ξανθιά κώμη, μίξη Joey Tempest και Simon Le Bon, και καταλαμβάνει τη 10η θέση. Τον διαδέχεται, μετά από ένα επεισοδιακό εγχώριο τελικό η ευρέως άγνωστη Αφροδίτη Φρυδά η οποία δηλώνει ευθαρσώς ότι είναι «Κλόουν» συμπληρώνοντας «Χα-χα-χα-χα» για να υπερτονίσει την ιδιότητά της. Οι ευρωπαίοι κριτές βέβαια δεν γέλασαν, ούτε καν με μέτριο γέλιο, χαρίζοντάς μας τη 17η θέση.

Μετά από μια κακή συμμετοχή το ’98, τον αποκλεισμό του ’99 και την εθελούσια αυτοεξαίρεση το 2000 η εμφάνιση και η κατάταξη (ως 3η) της Έλενας Παπαρίζου και των Antique δίνει νέα πνοή στη διοργάνωση. Η ΕΡΤ αδράχνει την ευκαιρία να κάνει το διαγωνισμό mainstream και οργανώνει έναν ευρύ ελληνικό τελικό με τη συμμετοχή τρανταχτών (και …ατράνταχτων) ονομάτων της ντόπιας λαϊκοπόπ σκηνής. Η απόπειρα καταλήγει σε φιάσκο όταν, την επομένη του ελληνικού τελικού ξεκίνησε ένα μπαράζ μαλλιοτραβηγμάτων σε μεσημεριανές εκπομπές και δελτία ειδήσεων με κατηγορίες για «στημένους διαγωνισμούς», «πλέι-μπακ» και «βόις-όβερ». Μετά απ’ αυτά ο νικητής Μιχάλης Ρακιτζής, με τη ντεμέκ «melodic trance» σύνθεσή του «τρώει άκυρο» στο Ταλίν της Εσθονίας, καταλαμβάνοντας την 27η θέση. Την ίδια περίπου θέση (25η) καταλαμβάνει, με λιγότερες εσωτερικές αναταράξεις, και η Μαντώ την επόμενη χρονιά. Η Ελλάδα όμως ποτέ δεν πεθαίνει. Το 2004 ο αποφασισμένος για όλα Σάκης Ρουβάς, έχοντας για όχημα το κατεξοχήν ελληνάδικο μπιτσομπαροειδές «Shake It» επιχειρεί την έφοδο στον ουρανό. Και θα το κατάφερνε αν η Ρουσλάνα με τους αγριανθρώπους της και ο Ζέλικο Γιοκσίμοβιτς με μια τυπική βαλκανική σύνθεση δεν τον προσπερνούσαν στην κούρσα.Το 1991 η αλλαγή φρουράς στην κυβέρνηση κάνει αισθητή την παρουσία της και στο διαγωνισμό. Η Σοφία Βόσσου, φρέσκια από τις εμφανίσεις της στις προεκλογικές ομιλίες του Μητσοτάκη παίρνει το χρίσμα. Και εκπροσωπεί την Ελλάδα με το αξιοπρεπέστατο έως πολύ καλό τραγούδι-«εθνικό ύμνο» των Ελλήνων fans του θεσμού, την «Άνοιξη» η οποία πάντως βαθμολογικά τα πάει μέτρια (13η). Την επόμενη χρονιά η ΕΡΤ στέλνει στη Σουηδία όπου διεξάγεται ο διαγωνισμός, την ερμηνεύτρια Κλεοπάτρα, η οποία φορώντας έναν (κάτι σαν) «Ήλιο της Βεργίνας» σε μέγεθος ταψιού, παρακάμπτει εντέχνως το «no politica» της EBU και περνάει το μήνυμα της «ελληνικότητας της Μακεδονίας» παίρνοντας μάλιστα και την 5ηθέση. Σε μια από τις επικότερες, από απόψεως ελληνολεβέντικης βλαχομπαρόκ απαλεψιάς συμμετοχές το ’93, η Καίτη Γαρμπή (σ.σ. το δικό μου παιδικό-εφηβικό σκίρτημα) «κλείνει το μαγαζί» με το «Ελλάδα χώρα του φωτός», ένα τραγούδι που αν στον ΕΟΤ είχαν χιούμορ θα μπορούσε να είναι το soundtrack της καμπάνιας του για 40 χρόνια.

Φτάνουμε στο σήμερα και στη Demy, που το Σάββατο 13 Μαΐου θα μας εκπροσωπήσει στην Ουκρανία με ένα ποπ κομμάτι που μπορεί να μην έχει κάτι το ιδιαίτερο αλλά τουλάχιστον δεν προσβάλλει. Να ευχηθούμε μια καλή εμφάνιση και καλή επιτυχία στην κοπέλα. Άλλωστε το 4οΜνημόνιο που θα ψηφιστεί, κακώς εχόντων των πραγμάτων λίγες μέρες αργότερα, χρειάζεται κάτι χωνευτικό για να χωνευτεί.Ο δρόμος όμως είχε χαραχτεί, οι συνθήκες είχαν ωριμάσει. Αρκούσε ένα φύσημα για την κατάληψη του οχυρού. Και το φύσημα αυτό ήρθε το 2005 με τη σύνθεση του Χρ. Δάντη (σ.σ. υπάρχει νομική διαμάχη για την πατρότητα του τραγουδιού) «My NumberOne» και την Έλενα Παπαρίζου που παίρνει φαλάγγι όλες τις άλλες συμμετοχές κατακτώντας τη νίκη και μαζί το συγχαρητήριο τηλεγράφημα του Κώστα Καραμανλή. Η Άννα Βίσση την επόμενη χρονιά, δεν μπόρεσε να «χτίσει» πάνω σ’ αυτό και κατετάγη 7η. Φτάνουμε στο 2008 και στην τότε «εθνική» κόρη/αδερφή/σύζυγο (όπως το βλέπει κανείς) Καλομοίρα που μπαίνει αθόρυβα στην τριάδα ενώ το ’11 προηγήθηκε της συμμετοχής ένας πυρετός διαβουλεύσεων σχετικά με το αν η ΕΡΤ θα συμμετάσχει ή θα «πουλήσει τρέλα» του τύπου «δε συμμετέχουμε γιατί δε μπορούμε να κάνουμε περιττά έξοδα τη ώρα που ο λαός υφίσταται μνημόνια». Τελικά η ΕΡΤ αποφασίσει να αφήσει απούλητη (στοκ) την τρέλα και συμμετέχει με ένα ζεϊμπέκικο-ραπ τραγούδι που παραδόξως βγαίνει 7ο.

Και μια καλή θέση στη Γιουροβίζιον είναι η καλύτερη Σουρωτή για το τηλεοπτικό κοινό.