Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Αμερικανικές Εκλογές. Β’ Μέρος: Δίδυμοι Πύργοι.

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως, www.atexnos.gr, στις 06/11/2016]


Ο Τραμπ 

Ο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ είναι γνωστή φιγούρα στον αμερικανικό δημόσιο βίο. Γιος του πλούσιου, αλλά όχι τόσο πλούσιου, μεσίτη Φρεντ Τραμπ, ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία και αυτός από το real estate. Τις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90 εμφανιζόταν σποραδικά στα ΜΜΕ έχοντας ένας καθεστώς ελαφρώς αλλά όχι πλήρως γραφικού και εκκεντρικού επιχειρηματία που αρεσκόταν να κομπορρημονεί, για την ικανότητα του στις μπίζνες και την «πέραση» στις γυναίκες. Με τον καιρό προχώρησε σε πιο επικερδείς αλλά και πιο «αεροκοπανιστές» δραστηριότητες, πιο γνωστές ως «αμερικανιές». Βασική του δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια ήταν να τοποθετεί το όνομά του, ως εμπορικό σήμα (brand name όπως λέγεται) σε κτήρια και άλλες εγκαταστάσεις (γήπεδα γκολφ κ.α.) αλλά χωρίς να έχει άμεση εμπλοκή με την δραστηριότητα. Έτσι αν μεν το εγχείρημα ήταν επικερδές, εισέπραττε (εκτός από το αρχικό ποσό για το όνομα) τα συμφωνηθέντα ποσοστά. Αν πάλι αποτύγχανε, κανένα πρόβλημα, τη νύφη την πλήρωναν αυτοί που είχαν επενδύσει τα λεφτά. Όμως το μεγάλο μπαμ στη δημόσια σφαίρα έγινε το 2004 όταν ο Τραμπ παρουσίασε το ριάλιτυ The Apprentice (Ο Μαθητευόμενος), στο οποίο ως άτυπος διευθύνων σύμβουλος μιας επιχείρησης ανέθετε στους διαγωνιζόμενους διάφορα επιχειρηματικά πρότζεκτ. Κάθε εβδομάδα «απέλυε» και από έναν μέχρι που στο τέλος ανακήρυσσε το νικητή, ο οποίος προσλαμβανόταν σε μια απ’ τις εταιρείες του. Το ριάλιτυ σάρωσε στις τηλεθεάσεις και ο Τραμπ έγινε πλουσιότερος κατά μερικά εκατομμύρια. Παράλληλα ο σκωτσέζικης καταγωγής επιχειρηματίας έγινε γνωστός ως άριστος χρήστης των παραθυρακίων του αμερικανικού φορολογικού ή δικαστικού συστήματος, είτε φαλιρίζοντας σκόπιμα εταιρείες του, με σκοπό την αποφυγή φόρων, είτε όταν τα πράγματα έφταναν στα δικαστήρια, κλείνοντας συμφωνίες και κάνοντας νομικίστικους συμβιβασμούς με σκοπό να βρεθεί πάλι στον αφρό.
Όλο αυτό το διάστημα, οι πολιτικές του θέσεις οι οποίες εκστόμιζε σποραδικά, θα τον κατέτασσαν κάπου στο… κέντρο του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, ενώ δεν παρέλειπε να χρηματοδοτεί πολλές προεκλογικές εκστρατείες βουλευτών, γερουσιαστών ή προέδρων και των δύο κομμάτων (με έφεση πάντως στο Δημοκρατικό) καθώς και να αποκομίζει τις σχετικές χάρες σε αντάλλαγμα, κατά τη συνήθη λίγο ή πολύ νόμιμη, πρακτική στις ΗΠΑ. Αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ των ευεργετηθέντων οικονομικά ήταν και η σημερινή αντίπαλός του Χίλαρυ Κλίντον όταν ήταν υποψήφια για τη Γερουσία, τη δεκαετία του 2000. Ο ίδιος ο Τραμπ κατά διαστήματα, έκανε ασόβαρες ημιτελείς απόπειρες να κατέβει για πρόεδρος, τις οποίες παρατούσε όταν διαπίστωνε ότι δεν έχει την απαιτούμενη στήριξη. Οι κακές γλώσσες κάνουν λόγο απλά για μεγαλεπήβολα διαφημιστικά τρικ, συμπληρωματικά στις κύριες δραστηριότητές του.
Το 2016 όμως έδειξε αποφασισμένος. Παρουσιαζόμενος ως ενσαρκωτής του Αμερικανικού ονείρου, του επιτυχημένου μπίζνεσμαν κλπ και κάνοντας επίκληση στα πιο ταπεινά ένστικτα των εκπεσμένων μεσοστρωμάτων των ΗΠΑ, ξερνώντας ξενοφοβία, ρατσισμό, μισογυνισμό, επιτηδευμένη θρησκευτικότητα, καθώς και πουλώντας «αντισυστημική τρέλα», ότι δήθεν τα «αριστερά» (τα ποια;) ΜΜΕ τον πολεμούν, κατάφερε να πάρει το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος μέσα από μια μακρά διαδικασία ντημπέιτ, συγκεντρώσεων και προκριματικών εκλογών που περιλάμβανε πάνω από 10 ανθυποψηφίους. Οι αντίπαλοί του ανήκαν σε όλο το φάσμα των διαφόρων «φραξιών» των Ρεπουμπλικάνων. Από τον γιο κουβανού εξόριστου θρησκόληπτο υπερδεξιό Τεντ Κρουζ μέχρι τον «ελευθεριακό» (libertarian) υπέρμαχο της νομιμοποίησης της κάνναβης, Ραντ Πολ. Μετά από ένα μακρύ διαγωνισμό ύβρεων, λάσπης και χυδαιοτήτων εκατέρωθεν, κατάφερε να βγει νικητής και να πάρει το χρίσμα. Η αλήθεια είναι ότι αυτό συνέβη, τουλάχιστον επιφανειακά, κόντρα στο παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό των Ρεπουμπλικάνων. Αυτό αφορά και το επίσημο, το «κεντροδεξιό», και αυτό το «απ’ τα κάτω», του λεγόμενου «Κόμματος του Τσαγιού» (ΤeaParty), μιας «φράξιας» του ρεπουμπλικανικού κόμματος με έμφαση σε πιο ακροδεξιές ιδέες. Βέβαια, ο 2ος πυλώνας του αμερικανικού πολιτικού συστήματος δεν άφησε τον υποψήφιό του εντελώς ξεκρέμαστο. Θέλοντας και μη το κόμμα συντάχθηκε έστω και ανόρεχτα πίσω του. Παρ’ όλα αυτά εξέχουσες προσωπικότητες του χώρου του, είτε απέφυγαν να πάρουν θέση για το πρόσωπό του, είτε στήριξαν με δηλώσεις τους ανοιχτά τη Χίλαρυ Κλίντον.

Η Χίλαρυ

Η Χίλαρυ Ρ. Κλίντον είναι παλιά καραβάνα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, αν και τα περισσότερα χρόνια σε ανεπίσημο ρόλο. Υποστηρίκτρια του «δεξιού» ρεπουμπλικάνου Μπάρι Γκολντγουότερ το 1964, άλλαξε την πολιτική της κατεύθυνση όταν βρέθηκε στο δρόμο του Μπιλ Κλίντον. Μετά το γάμο τους, ο Κλίντον εξελέγη κυβερνήτης της ελάχιστα δημοφιλούς νότιας πολιτείας του Άρκανσω. Στις εκλογές του 1992, οπότε και ο Κλίντον εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ, η Χίλαρυ έγινε «πρώτη κυρία». Σε αντίθεση με την Ευρώπη όπου οι πρώτες κυρίες περιδιαβαίνουν τα φιλανθρωπικά γκαλά και δίνουν συνεντεύξεις σε εκπομπές τύπου Τατιάνας Στεφανίδου με σκοπό τον εξωραϊσμό της δημόσια εικόνας των συζύγων τους, στην Αμερική (εκτός από τα παραπάνω, που επίσης τα κάνουν σε υπερθετικό βαθμό) οι πρώτες κυρίες μπορούν να αναλαμβάνουν και άτυπους συμβουλευτικούς ρόλους σε διάφορα θέματα. Έτσι κατά την πρώτη θητεία του ο Κλίντον της ανέθεσε να προετοιμάσει ένα σχέδιο νόμου σχετικά με τη (σχεδόν ανύπαρκτη) δημόσια ασφάλιση και περίθαλψη. Μετά από διαβουλεύσεις επί διαβουλεύσεων και λόγω της μη ύπαρξης δημοκρατικής πλειοψηφίας εκείνη την εποχή στο Κονγκρέσο, η Χίλαρυ εγκατέλειψε τον «αγώνα» της για τη δημόσια υγεία και στη 2η θητεία του συζύγου της (1997-2001) αναλώθηκε σε φυτέματα δέντρων σε πάρκα και κατανάλωση καναπεδακίων με μπρυκ και σολωμό, στα προαναφερθέντα φιλανθρωπικά γκαλά επώνυμων κυριών. 
Το 2001 καβαλώντας το άρμα της τεράστιας δημοτικότητας του συζύγου της, που θεωρήθηκε επιτυχημένος πρόεδρος με κεντρώο και ως εκ τούτου μη συγκρουσιακό στίγμα, αλλά και εξαργυρώνοντας την (πολιτικά ακαταμάχητη για τους Αμερικανούς) εικόνα της «καλής συζύγου και μάνας» που δεν εγκατέλειψε το σύζυγο της όταν αυτός έκανε τις «ατασθαλίες του», μπήκε στην ενεργό πολιτική, ως γερουσιαστής της πολιτείας της Νέας Υόρκης όπου παρέμεινε ως το 2009. Τότε αποφάσισε να κάνει το άλμα προς την προεδρία. Όμως παρά τον περίπατο που περίμενε να κάνει, βρήκε στο δρόμο της τον νεαρό γερουσιαστή Μπαράκ Ομπάμα. Μετά από μια έντονη προεκλογική περίοδο, με αντεγκλήσεις, προσωπικές επιθέσεις κλπ, σε μια εποχή που οτιδήποτε θύμιζε Μπους Τζούνιορ πήγαινε «άκλαφτο», ο Ομπάμα πόνταρε στην αντιπολεμική του στάση σχετικά με το Ιράκ, ενώ αξιοποίησε (υπόγεια με μεγάλη ένταση, φανερά ποτέ) το χαρτί του πιθανού 1ου μαύρου προέδρου, έτσι ώστε να συσπειρώσει τη βάση του δημοκρατικού κόμματος που αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από μειονότητες και ανθρώπους που γενικά απέχουν από τις εκλογές. Το «κεντρώο» προφίλ της Χίλαρυ, φάνηκε ακατάλληλο, και ο σχετικά πιο «αριστερός» Ομπάμα έγινε πρόεδρος. Καθώς όμως η αστική τάξη της χώρας δεν μπορούσε να πετάξει στα σκουπίδια ένα τόσο δυνατό πολιτικό χαρτί όπως η Χίλαρυ, ο Ομπάμα την τοποθέτησε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Το παλμαρέ των επιτυχιών της στο πόστο αυτό είναι ευρέως γνωστό («Πορτοκαλί Επαναστάσεις», «Αραβικές Ανοίξεις», συνέχιση πολέμου Ιράκ και Αφγανιστάν κλπ). Στην 2η τετραετία Ομπάμα, για να προστατευθεί απ’ τη φθορά, απομακρύνθηκε από υπεύθυνα πόστα, και ξεκίνησε τη συγκέντρωση δυνάμεων με στόχο τη διεκδίκηση της προεδρίας το 2016. 
Όπως είδαμε στο Α’ μέρος, η διεκδίκηση του χρίσματος στα 2 μεγάλα κόμματα περνά μέσα από προκριματικές εκλογές. Η Χίλαρυ, αναμένοντας και πάλι έναν περίπατο αιφνιδιάστηκε. Απέναντι της βρήκε το νέο πουλέν της κεντροαριστερίζουσας νεολαίας (ή τελοσπάντων το αντίστοιχο του πουλέν σε 70χρονο) τον, μέσα σε 30 εισαγωγικά, «democratic socialist» γερουσιαστή της λιλιπούτειας πολιτείας του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς. Ο Σάντερς, κάτι αντίστοιχο του Λαφαζάνη, αν υποθέσουμε ότι η Χίλαρυ είναι Τσίπρας, ή του Τσίπρα, αν υποθέσουμε ότι η Χίλαρυ είναι Γ. Παπανδρέου, ή Γ. Παπανδρέου, αν υποθέσουμε ότι η Χίλαρυ είναι Βενιζέλος, ουδέποτε αμφισβήτησε το παρόν οικονομικό σύστημα. Ωστόσο, ενέταξε στο πρόγραμμά του σημεία που κάνουν γκελ σε κάποια τμήματα της διανόησης και της, από χρόνια αποξενωμένης απ’ την πολιτική, νεολαίας των ΗΠΑ, όπως η θέσπιση καθολικής δημόσιας περίθαλψης, η κατάργηση των διδάκτρων στα κρατικά πανεπιστήμια, η αύξηση του κατώτατου μισθού και μια σχετικά πιο φιλειρηνική (ότι κι αν σημαίνει αυτό για την ιμπεριαλιστική υπερδύναμη που λέγεται ΗΠΑ) πολιτική στο διεθνές πεδίο. Φυσικά, το Δημοκρατικό Κόμμα, ένας απ’ τους δύο πυλώνες του αστικού συστήματος στις ΗΠΑ, δεν επρόκειτο ποτέ να κατεβάσει ένα υποψήφιο σαν τον Σάντερς. Απλώς επέτρεψε στον κεντροαριστερό πολιτικό να παίξει λίγο μπάλα, για ξεκάρφωμα, μέχρι που η Χίλαρυ, βάζοντας λυτούς και δεμένους, από τη γραφειοκρατία του κόμματός, τα ΜΜΕ κλπ κατάφερε να πάρει το κομματικό χρίσμα. 

Το παράδοξο που δεν είναι παράδοξο 

Παρά την παραδοσιακή αντίληψη που έχουμε, για τους «καλούς δημοκρατικούς» και «κακούς ρεπουμπλικάνους», η μακρά και βάναυση προεκλογική εκστρατεία έμελλε να γίνει αποκαλυπτική. 
Ο Τραμπ ναι μεν είναι ξενοφοβικός «καραγκιόζης» που πρότεινε την ολική απαγόρευση εισόδου μουσουλμάνων στη χώρα, αλλά και ο «γλυκομίλητος» Ομπάμα δεν έκανε «σκόντο» στις απελάσεις τα τελευταία χρόνια. 
Ο Τραμπ ναι μεν είναι υπέρμαχος του αμερικανικού στρατιωτικού κατεστημένου αλλά έχει αποκαλέσει το ΝΑΤΟ «παρωχημένο» και έχει προτείνει την αναδιάρθρωση του (πριν του τραβήξει το αυτί το στρατιωτικό κατεστημένο και ανασκευάσει μερικώς). 
Η Χίλαρυ ναι μεν είναι υπέρ της «λελογισμένης» αύξησης του κατωτάτου μισθού όμως είναι τα ελεγχόμενα από τους δημοκρατικούς ξεπουλημένα εργατικά συνδικάτα που δεν «σηκώνουν» μαζικά το αίτημα. 
Ο Τραμπ είναι μεν υπέρ της κατασκευής ενός τείχους στα σύνορα με το Μεξικό, όμως στα λόγια τουλάχιστον, είναι κατά της συμφωνίας διατλαντικού εμπορίου TTIP, σε αντίθεση με τη Χίλαρυ που είναι υπερ. 
Η Χιλαρυ είναι μεν υπέρ της «διαφάνειας στο δημόσιο βίο», αλλά μέρα παρά μέρα κατηγορεί το Wikileaks ότι «υπονομεύει την αμερικανική ασφάλεια» διότι βγάζει στη φόρα πολλά «άπλυτα» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και της ίδιας ως προσώπου. 
Ο Τραμπ έχει μεν διαλαλήσει κατά καιρούς ότι πρέπει «να βομβαρδίζουμε ό,τι κινείται» αλλά εμφανίζεται πιο διστακτικός στο να προτείνει στρατιωτικές επεμβάσεις «δια πάσαν νόσον» σε άλλες χώρες. 
Η Χίλαρυ είναι μεν γενικώς και αορίστως υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων, αλλά είναι επί προεδρίας Ομπάμα που αναζωπυρώθηκε η ρατσιστική βία εκ μέρους των αστυνομικών αρχών στις ΗΠΑ. 
Έχοντας παρουσιάσει το ιστορικό των δύο υποψηφίων και των πολιτικών τους χώρων, παρουσιάζεται το εξής παράδοξο. Ο όντως ακροδεξιός και όντως αισθητικά χυδαίος Τραμπ δείχνει ίσως λιγότερο «αντιλαϊκός» από την «κεντρώα» και «μετριοπαθή» Χίλαρυ. Φυσικά η παραπάνω τεχνικής φύσεως διαπίστωση ούτε εξωραΐζει, ούτε δικαιολογεί την εικόνα του Τραμπ. Άλλωστε ο ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορίας όσο υπαρκτός κι αν είναι, είναι πολύ περιορισμένος, από γενικότερη ιστορική προοπτική. Η συζήτηση περί ακαταλληλότητας πχ. του Τραμπ να «έχει μαζί του το βαλιτσάκι με τα πυρηνικά», επειδή είναι «γυναικάς» ή «τουιτάρει κοτσάνες νυχτιάτικα» καταντά γραφική όταν είναι γνωστό ότι οι αποφάσεις τέτοιου μεγέθους δεν παίρνονται ανάλογα με τις προσωπικές ορέξεις του κάθε ηγέτη, αλλά βάσει γενικότερων σχεδιασμών. Σε κάθε περίπτωση οι λαοί της Μέσης Ανατολής δεκάρα δεν δίνουν για τους λεπτούς τρόπους και το τακτ αυτών που τους βομβαρδίζουν, όπως δεν έδωσε δεκάρα ο γιουγκοσλαβικός λαός όταν βομβαρδίστηκε από έναν «έξω καρδιά» τύπο, που έλεγε αστεία και ήταν πολύ καλός για παρέα, ονόματι Μπιλ Κλίντον, το 1999. 

Η επόμενη μέρα 

Τούτων λεχθέντων, με βάση τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, στις 8 Νοεμβρίου (20 Ιανουαρίου 2017 η ορκωμοσία) ο/η επόμενος/η πρόεδρος/ίνα θα είναι ο/η Χίλαρυ Κλίντον. Μια απόφαση του αμερικανικού λαού που θα παρθεί στα πλαίσια του «μη χείρον βέλτιστον». Ο πρώτος μαύρος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ θα δώσει τη θέση του στην πρώτη γυναίκα. Από την πρώτη φορά «μαυριδερά», στην πρώτη φορά «γυναικεία». Πόσο όμως μη χείρον είναι μια πρόεδρος που έχει στηρίξει πχ. τον πόλεμο στο Ιράκ; Και αν η ψήφος στον Ομπάμα, που οι περγαμηνές του όταν ξεκινούσε την θητεία του το 2008 ήταν πολύ πιο «αριστερές» από τη Χίλαρυ, αποδείχτηκε φρούδα ελπίδα, πόση ακόμα ελπίδα έχει απομείνει στο ντεπόζιτο των αμερικανών εργαζομένων, των μαύρων, των κοινωνικά αποκλεισμένων στη μεγαλύτερη καπιταλιστική δύναμη του πλανήτη; 
Ντόναλντ Τραμπ και Χίλαρυ Κλίντον είναι και οι δύο αδίστακτοι εκπρόσωποι του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, οι «Δίδυμοι Πύργοι» του, και με βάση αυτά που έχει δείξει η ιστορική πείρα, παρά τις διαφορές τους σε θέματα ύφους και αισθητικής, οποίος κι απ’ τους δύο κι αν βρεθεί στη θέση του προέδρου, θα συνεχίσει στην ίδια ρότα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. 
Στη Χώρα των Ελεύθερων και Πατρίδα των Γενναίων.


Δείτε:

Αμερικανικές Εκλογές. Α’ Μέρος: Υπάρχει το Σύστημα.

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως, www.atexnos.gr, στις 03/11/2016]

 

Στις 8 Νοεμβρίου, ο ελεύθερος κόσμος (sic) θα αποκτήσει νέο ηγέτη. Ο νέος αυτός ηγέτης θα λέγεται Ντόναλντ Τραμπ ή Χίλαρυ Κλίντον. Απ’ τη μια ο ανάγωγος πολεμοκάπηλος σεξιστής και απ’ την άλλη μια γυναίκα, υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιστέρι της ειρήνης.

Όχι ακριβώς.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το πολιτικό γίγνεσθαι στις ΗΠΑ, χρειάζεται πρώτα να πούμε λίγα λόγια όσον αφορά α) το εκλογικό του σύστημα β) την «γεωγραφία» του καιγ) τα θέματα που απασχολούν περισσότερο τη δημόσια σφαίρα.
Στις ΗΠΑ το πολιτικό σύστημα είναι προεδρικό, που σημαίνει ότι διεξάγονται ξεχωριστές εκλογές για πρόεδρο (που συγκεντρώνει την εκτελεστική εξουσία και επιλέγει εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς της αρεσκείας του) και διαφορετικές εκλογές για το Κονγκρέσο (νομοθετικό σώμα με δύο «Βουλές», τη «Βουλή των Αντιπροσώπων» και τη «Γερουσία». Η μεν Βουλή απαρτίζεται από 435 μέλη που εκλέγονται κάθε 2 χρόνια σε μονοεδρικές περιφέρειες, ανάλογα με τον τόπο κατοικίας, με σχετική πλειοψηφία σε ένα γύρο. Οι έδρες που αντιστοιχούν σε κάθε πολιτεία είναι ανάλογες του πληθυσμού. Η Γερουσία αποτελείται από 100 μέλη, που εκλέγονται κάθε 6 χρόνια σε επίπεδο πολιτείας με πλειοψηφικό σύστημα σε δύο γύρους. Ανεξάρτητα απ’ το μέγεθος της πολιτείας, αυτή έχει 2 γερουσιαστές (2x50=100). Πχ. η Καλιφόρνια των 40 εκατομμυρίων και η Νεμπράσκα των 2 εκ, έχουν τον ίδιο αριθμό γερουσιαστών. Αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα «διασφαλίζει τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα του κράτους». Για να γίνει νόμος ένα νομοσχέδιο χρειάζεται να ψηφιστεί και από τα δύο σώματα του Κονγκρέσου και να υπογραφεί απ’ τον πρόεδρο. Ο πρόεδρος δύναται να ασκήσει βέτο, αλλά αν το Κονγκρέσο ξαναψηφίσει τον σχετικό νόμο με αυξημένη πλειοψηφία 2/3, τότε ο πρόεδρος υποχρεούται να υπογράψει το νόμο. Να σημειωθεί ότι τα (δυο μεγάλα) αμερικανικά κόμματα δεν έχουν το βαθμό εσωτερικής πειθαρχίας που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Τα περισσότερα νομοσχέδια μάλιστα περνάνε με μικτές πλειοψηφίες (πχ. στη Γερουσία 40 δημοκρατικοί και 25 ρεπουμπλικάνοι έναντι 20 δημοκρατικών και 15 ρεπουμπλικάνων). Ψηφίζουν δηλαδή απόλυτα «με βάση τη συνείδησή τους» ή για να είμαστε ακριβείς, με βάση το «πακέτο» που έλαβαν από κάποιον λομπίστα, δηλαδή εντεταλμένο υπάλληλο εταιρειών ή άλλων φορέων με αντικείμενο το «καλόπιασμα» (βλ. εξαγορά) βουλευτών. Σε κάθε περίπτωση τυχόν αρνητική ψήφος τους, κόντρα στη «γραμμή», δεν ισοδυναμεί με διαγραφή από το κόμμα, το οποίο άλλωστε έχει πολύ χαλαρή διάρθρωση, μοιάζοντας περισσότερο με λέσχες επιδόξων πολιτευτών, κόμμα «παλαιού τύπου» θα λέγαμε.
Στις προεδρικές εκλογές εκλογικό σύστημα είναι πάλι το πλειοψηφικό (First-past-the-post” ή “Winner takes all” το λένε οι Αμερικάνοι, σε αντίθεση με την άποψη του Γ. Αγγελάκα προφανώς). Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε μια ξεχωριστή πολιτεία νικητής ανακηρύσσεται αυτός που θα έρθει πρώτος, άσχετα αν έχει πχ 12% και οι επόμενοι υποψήφιοι 11%, 10%, 9% κλπ. Ο νικητής κάθε πολιτείας, παίρνει το σύνολο των λεγόμενων «εκλεκτόρων». Αυτό το τελευταίο, με τους εκλέκτορες, είναι το 2ο καθοριστικό χαρακτηριστικό-έκπληξη. Η εκλογή λοιπόν, του προέδρου, δεν είναι άμεση, με βάση την λαϊκή ψήφο, αλλά με βάση τους 535 εκλέκτορες (που προκύπτουν… σχεδόν ανάλογα με τον πληθυσμό κάθε πολιτείας, και λέμε σχεδόν, γιατί μέσω ενός μηχανισμού οι μικρότερες σε πληθυσμό πολιτείες πριμοδοτούνται ελαφρώς. Συγκεκριμένα ο αριθμός των εκλεκτόρων ισούται με σύνολο των εδρών του Κονγκρέσου, δηλαδή 435 (Βουλή) + 100 (Γερουσία) + 3 (Περιοχή της πρωτεύσουσας Ουάσινγκτον, που δεν έχει βουλευτές) = 538.  Αυτό οδηγεί σε αλλοιώσεις του αποτελέσματος αφού αρκεί κάποιος να κερδίσει οριακά σε κάποιες πολιτείες, για να πιάσει το μαγικό αριθμό των 270 εκλεκτόρων χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει την πλειοψηφία των ψηφοφόρων σε πανεθνικό επίπεδο. Το γεγονός αυτό έγινε κραυγαλέα αισθητό το 2000, όταν ο Αλ Γκορ (Δημοκρατικός) έχασε από τον Τζωρτζ Μπους (Ρεπουμπλικάνος) παρ’ ότι είχε 500.000 περισσότερες ψήφους. Ένα ακόμη περιστατικό κραυγαλέας αδικίας συνέβη στις εκλογές του 1992 όταν κόντρα στην παράδοση, ο Τεξανός επιχειρηματίες Ρος Περό κατήλθε ως ανεξάρτητος (δεξιών καταβολών πάντως) και έλαβε το πρωτοφανές για υποψήφιο που δεν ανήκει στο δικομματισμό, ποσοστό 19%. Όμως λόγω του καλπονοθευτικού συστήματος έλαβε 0 (ολογράφως «μηδέν») εκλέκτορες αφού δεν βγήκε 1ος σε καμία πολιτεία. Αυτά συμβαίνουν στο Νο1 εξαγωγέα δημοκρατίας τον κόσμο, τις ΗΠΑ. Ακόμη θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ το εκλογικό δικαίωμα είναι (μετά από αιματηρούς αγώνες) καθολικό και τυπικά δεν υπόκειται σε περιορισμούς, ορισμένες πολιτείες, κυρίως αυτές με μεγάλο αριθμό μη λευκών κατοίκων, απαιτούν τέτοιο αριθμό γραφειοκρατικών διατυπώσεων προκειμένου να εγγράψουν πολίτες στους εκλογικούς καταλόγους (η εγγραφή δεν είναι αυτόματη όπως εδώ στα 18 χρόνια) που στην πράξη καθιστούν από δύσκολή έως αδύνατη τη συμμετοχή μειονοτήτων και λαϊκών στρωμάτων στην ψηφοφορία. Τέλος είναι ευρύτατα διαδεδομένη (στις εκλογές για το Κονγκρέσο) η πρακτική του λεγόμενου «gerrymandering». Ονομάζεται δε gerrymandering η περίτεχνη κατάτμηση των εκλογικών περιφερειών με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού (πχ. μαύροι, λατίνοι) να βρίσκονται συνεχώς μειοψηφούσες σε κάθε μια εκλογική περιφέρεια ακόμα και εάν αποτελούν σχεδόν το μισό πληθυσμό της, με αποτέλεσμα να μη βγάζουν ποτέ «δικό τους» βουλευτή. Μάλιστα καθώς η μόνη παράμετρος που θέτει ο νόμος είναι οι εκλογικές περιφέρειες να είναι «ενιαίες» και «συνεχείς», η εφευρετικότητα όσον αφορά το τελικό σχήμα πάνω στο χάρτη, είναι ανεξάντλητη με μοναδικό (αν και ανομολόγητο) σκοπό την αλλοίωση του αποτελέσματος. Το παρακάτω γράφημα είναι χαρακτηριστικό της χυδαιότητας των αμερικανών εκλογομαγείρων.

Το Gerrymanderring, Ανώτατο Στάδιο του Καλπονοθεύινγκ

Μια ακόμα διαφορά σε σχέση με την Ευρώπη, είναι η πολιτική «γεωγραφία». Στις ΗΠΑ υπάρχουν δύο βασικά πολιτικά κόμματα, οι Δημοκρατικοί (Democrats) και οι Ρεπουμπλικάνοι (Republicans). Οι Δημοκρατικοί αυτοχαρακτηρίζονται Φιλελεύθεροι (Liberals) και τοποθετούνται «κεντροαριστερά» και οι Ρεπουμπλικάνοι Συντηρητικοί (Conservatives) και τοποθετούνται «κεντροδεξιά». Είναι περιττό να αναφερθεί φυσικά ότι και οι δύο είναι ακραιφνείς υποστηρικτές του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο δεν αμφισβητείται σε καμία περίπτωση.
Και… κάπου εδώ αρχίζουν οι παρεξηγήσεις. Στην Ελλάδα (και σε ένα βαθμό στην Ευρώπη), οι δύο έννοιες, φιλελεύθερος και συντηρητικός, ταυτίζονται. Συντηρητικός στα μέρη μας είναι ο φιλελεύθερος (ελεύθερη οικονομία, λιγότερο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις κλπ) που απλά έχει μια κάποια μεγαλύτερη προσήλωση στην παράδοση, τη θρησκεία κλπ.  Η απουσία ξεχωριστού φιλελεύθερου κόμματος στην Ελλάδα (οι περιθωριακές απόπειρες Βαλιανάτου, Τζήμερου κλπ δε μετράνε) οδήγησε στην κυριαρχική παρουσία της Νέας Δημοκρατίας,  ένα κόμμα το οποίο με τα Αμερικανικά δεδομένα θα χαρακτηριζόταν συντηρητικό. Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι στις ΗΠΑ, οι Δημοκρατικοί είναι κάτι αντίστοιχο με το ΠΑΣΟΚ (ή σήμερα πλέον με το Σύριζα); Όχι, σε καμία περίπτωση. Και τα δύο κόμματα των ΗΠΑ αν μπορούσαν (μεταφυσικά) να μεταφερθούν στην Ελληνική πραγματικότητα, θα ήταν το ένα (Ρεπουμπλικάνοι) δεξιότερο της ΝΔ (κάτι σαν ΛΑΟΣ) και το άλλο (Δημοκρατικοί) οριακά «αριστερότερο» της ΝΔ, κάτι σαν Δημοκρατική Συμμαχία» της Ντόρας Μπακογιάννη. Στην Αμερικάνικη πολιτική σκηνή δεν υπάρχει, ιδεολογικά, πολιτικά και εν τέλει πρακτικά, χώρος για κάτι αριστερότερα των Δημοκρατικών. Φυσικά υπάρχουν και λειτουργούν κόμματα «πράσινα» ή σοσιαλιστικής ή και κομμουνιστικής αναφοράς, όμως είτε δεν κατεβαίνουν στις εκλογές και «δίνουν γραμμή» για ψήφο στους «Δημοκρατικούς» (τέτοια ήταν η θέση του λεγόμενου ΚΚ ΗΠΑ σε περασμένες δεκαετίες), είτε λαμβάνουν αμελητέα ποσοστά. Λόγω της ιστορίας της χώρας, του ψυχρού πολέμου και γενικότερα των κοινωνικών συνθηκών οι έννοιες «αριστερά», «πρόοδος», «σοσιαλισμός» (πόσο μάλλον «κομμουνισμός») είναι τόσο συκοφαντημένες, κατακρεουργημένες (βιασμένες θα λέγαμε) στη συλλογική συνείδηση των Αμερικανών (ακόμα και σε αυτή των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων) που στην παρούσα φάση κάθε αναφορά όχι απλά σε άλλο δρόμο ανάπτυξης και διαφορετική εξουσία, αλλά ακόμα και σε στοιχειώδεις μεταρρυθμίσεις που αποτελούν κοινό τόπο επί δεκαετίες στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο (παιδεία, υγεία κλπ), φαντάζουν περιθωριακές και γραφικές. Όταν επί εκατονταετίες σου γανώνουν το κεφάλι με «American Dream»  και κοινωνικό δαρβινισμό δεν μπορείς να έχεις απαιτήσεις για κάτι παραπάνω. Θα δούμε στο Β’ μέρος πως μεταφράστηκε αυτό στην παρούσα προεκλογική εκστρατεία.
Φαινομενικά αντιφατικό προς τα παραπάνω είναι το σύστημα προεπιλογής των υποψηφίων του κάθε κόμματος, το οποίο φαντάζει όαση δημοκρατίας, αλλά μόνο επιφανειακά. Οι  υποψήφιοι πρόεδροι αναδεικνύονται μέσω της διαδικασίας των προκριματικών εκλογών, οι οποίες είναι είτε «κλειστές», δηλαδή συμμετέχουν σ’ αυτές μόνο τα μέλη του κόμματος, είτε «ανοιχτές», με συμμετοχή οποιουδήποτε, κάτι σαν τις εκλογές προέδρου σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ τα τελευταία χρόνια. Θα λέγαμε λοιπόν μεταξύ σοβαρού, αστείου και αστειότερου, ότι θα αποτελούσαν, αν δεν ήταν τόσο μηντιακό τσίρκο, το «απαύγασμα» της… άμεσης δημοκρατίας. Μιας «δημοκρατίας» που βασίζεται στο ποιος θα βρει τους περισσότερους και πλουσιότερους χρηματοδότες, ποιος θα λασπώσει περισσότερο τον αντίπαλο με μαύρη διαφήμιση και ποιος θα κάνει τις πιο στημένες και άγρια προβαρισμένες εκφωνήσεις ατακών και εξυπνάδων στα τηλεοπτικά δίκτυα.
Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι ο καθορισμός της πολιτικής ταυτότητας κάποιου στις ΗΠΑ, όπως έχει καθιερωθεί στα ΜΜΕ, γίνεται πάνω σε δύο άξονες. Τον «οικονομικό» και τον «κοινωνικό». Με βάση τον οικονομικό πχ. κάποιος που πιστεύει σε ελεύθερη οικονομία, λιγότερους φόρους, απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων κλπ θεωρείται «συντηρητικός-δεξιός». Κάποιος που πιστεύει σε μια μεγαλύτερη παρέμβαση του κράτους, και ένα πλέγμα στοιχειωδών, στοιχειωδέστατων για την ακρίβεια παροχών, θεωρείται «φιλελεύθερος-αριστερός». Στο δεύτερο πεδίο, αυτό των «κοινωνικών θεμάτων», δεξιός θεωρείται ο βαθιά θρησκευόμενος, ο κατά των εκτρώσεων και των γκέι γάμων και υπέρ της οπλοχρησίας, ενώ αριστερός αυτός που υποστηρίζει τους LGBTQI+, που είναι υπέρ των εκτρώσεων, της αποποινικοποίησης των ναρκωτικών κλπ. Αυτό φυσικά δημιουργεί ένα πρόβλημα ταξινόμησης όσων  έχουν προσωπικές απόψεις και από τα δύο ρεύματα (συντηρητισμού-φιλελευθερισμού). Ο όρος που αντιστοιχεί στις ΗΠΑ σε κάποιον που είναι πχ. υπέρ της ελεύθερης οικονομίας αλλά και υπέρ της αποποινικοποίησης της κάνναβης είναι αυτός του Libertarian (ελευθεριακός). Σίγουρα… ατυχής επιλογή λέξεων.
Είναι αλήθεια ότι οι δημοκρατικοί δεν χρησιμοποιούν συχνά για τους εαυτούς τους τον όρο αριστερός, ενώ οι ρεπουμπλικάνοι δηλώνουν συνήθως με καμάρι ότι είναι δεξιοί. Το αντίστροφο δηλαδή από αυτό που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα, όπου λόγω των κοινωνικών συνθηκών και του ιστορικού παρελθόντος της χωράς (κάποιοι το λένε προβοκατόρικα «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς»), οι δεξιοί χρησιμοποιούν όρους όπως πατριώτης κλπ. Αντίθετα ο κάθε ένας από τις παρυφές της αναρχίας έως το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιεί με καμάρι τον όρο αριστερός, ένδειξη ότι θέλει να είναι κάτοχος  κάποιου φαντασιακού (ή και πραγματικού αλλά σε ξένες πλάτες) ηθικού πλεονεκτήματος.
Αυτά τα, τεχνικής φύσεως, εισαγωγικά, για τη «μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου». Στο Β’ Μέρος θα δούμε την κατάσταση όπως διαμορφώνεται σήμερα, εν όψει των προεδρικών εκλογών της 8ης Νοεμβρίου με διεκδικητές το Ντόναλντ Τραμπ εκ μέρους των Ρεπουμπλικάνων και τη Χίλαρυ Κλίντον εκ μέρους των Δημοκρατικών.

Δείτε:
-Βίντεο για την πρακτική του gerrymandering από την ομάδα Crash Course