Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Survivor: Θεάματα δίχως άρτο αλλά με RT στην εποχή της κρίσης

[το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα, www.katiousa.gr, στις 31/05/2017]


«Φαινόμενο δεν είναι οι αστραπές και το χαλάζι», μας πληροφορούσε ο Βασίλης Καρράς το 1999. Και είχε δίκιο. Φαινόμενο είναι το Survivor ή Σαρβάιβορ ή Σερβάιβερ ή Σoυρβάιβορ ανάλογα αν αυτός που το λέει είναι κάτοχος lower, proficiency ή απλά βλέπει πολλές αμερικάνικες ταινίες μαζεμένες το Σαββατοκύριακο.
Τι είναι όμως αυτό το ρημάδι το «Survivor»; Και τι το κάνει ιδιαίτερα ελκυστικό σε μια ευρεία γκάμα τηλεθεατών; «Μέλι έχει»; Πώς γίνεται να το παρακολουθεί ταυτόχρονα ο 21χρονος φοιτητής Αρχιτεκτονικής από το Βόλο, μεταθέτοντας χρονικά την έξοδό του για τσίπουρα, ο 47χρονος ιδιοκτήτης συνεργείου αυτοκινήτων από τα Σεπόλια, χωρίς να δυσανασχετεί που η ανάλυση των φάσεων της Σουπερλίγκας από τον Παναγιώτη Βαρούχα θα καθυστερήσει λιγάκι αλλά και η 64χρονη κυρά-Ματούλα, από το Κοπανάκι Τριφυλλίας που το ίδιο πρωί άκουγε με ευλάβεια το κήρυγμα του παπά-Φώτη «ενάντια στα πρότυπα των κίναιδων που περνάει η τηλεόραση»;
Έστι δε «Σαρβάιβορ» (και μάλιστα «5», λόγω των διάφορων εκδοχών που προηγήθηκαν) το reality-τηλεπαιχνίδι επιβίωσης όπου καμιά 20αριά άνθρωποι βρίσκονται «αποκλεισμένοι» σε ένα ειδυλλιακό αλλά αφιλόξενο νησί της Καραϊβικής κοντά στον Άγιο Δομίνικο και προσπαθούν να επιβιώσουν με πενιχρά τεχνικά μέσα και ανεπαρκή ποσότητα τροφής. Οι διαγωνιζόμενοι είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες, τους (όχι και τόσο) «Διάσημους» (μοντέλα, γυμνάστριες, ποδοσφαιριστές της Ρόμα κλπ), και τους κοινούς θνητούς «Μαχητές» στους οποίους περιλαμβάνονται μέχρι και «μάνατζερ ράγκμπι» (;). Οι συμμετέχοντες λαμβάνουν περιοδικά μέρος σε αγωνίσματα στα οποία η νικήτρια ομάδα κερδίζει κάποιο έπαθλο, συνήθως αυξημένη παροχή τροφίμων, ενώ ταυτόχρονα αποκτά «ασυλία» για τα μέλη της (δηλαδή τη δυνατότητα να παραμείνουν στο παιχνίδι). Παράλληλα, οι συμμετέχοντες κρίνονται και ατομικά με τους καλύτερους να απολαμβάνουν και τη λεγόμενη «ατομική ασυλία». Οι «χειρότεροι», μαζί με τους πιο αντιδημοφιλείς της ηττημένης ομάδας (μετά από εσωτερική ψηφοφορία) τίθενται υπό την κρίση του τηλεοπτικού κοινού το οποίο και αποφασίζει την αποχώρηση απ’ το παιχνίδι. Στο τέλος του παιχνιδιού ο νικητής, ο οποίος, όπως και στον Χαϊλάντερ, μπορεί να είναι μόνο ένας, θα κερδίσει 100.000 ευρώ.
Το Φεβρουάριο, όταν ξεκίνησε η προβολή του Survivor, το σόου αντιμετωπίστηκε με θυμηδία και χλιαρότητα, όχι μόνο από τους «πολέμιους των reality», αλλά ακόμα και από τους fans τέτοιων εκπομπών ως κάτι παρωχημένο, ως «ξαναζεσταμένο φαγητό» της εποχής της λεγόμενης «επίπλαστης ευμάρειας» των αρχών της δεκαετίας του 2000. Όμως μετά τις πρώτες προβολές άρχισε να αποκτά τηλεθέαση και κυρίως κοινωνική απήχηση. Η χρήση ονομάτων, ατακών και περιστατικών από το παιχνίδι ως αναλογία για κάτι άλλο έγινε κοινός τόπος σε παρέες, χώρους δουλειάς, σε κάθε μετερίζι. Καταλαβαίνεις κάτι τέτοιο στην καθημερινότητα, όταν, παρακολουθώντας τις αργές κινήσεις ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ σε αγώνα ήσσονος σημασίας, ακούς από θαμώνα της καφετέριας «Ρε μαλάκα, πόσο χοντρός είναι αυτός ο Μπίσεσβαρ! Αυτός έχει μεγαλύτερο κώλο και από τη Λάουρα» κάνοντάς σε βέβαια να απορείς για την κοινή περί χοντρότητας αντίληψη που τείνει να επικρατήσει στις μέρες μας. Ή ακόμα όταν μαθαίνεις ότι αυξήθηκαν κατακόρυφα οι πωλήσεις καρύδας στην Ελλάδα λόγω της άτυπης «τοποθέτησης προϊόντος» ή μάλλον λόγω της τοποθέτησης ενός προϊόντος (τηλεοπτικού) εκεί που προϋπήρχαν καρύδες.
Στην αυγή του πρώτου Survivor (2003) και νωρίτερα του Big Brother (2001) η χρήση, και η ίδια η ύπαρξη κοινωνικών δικτύων (κι ακόμα-ακόμα και του Internet καθαυτού) ήταν σε εμβρυακό στάδιο στη χώρα μας. Το μόνο μέσο που μπορούσε να αναπαράγει και να σχολιάσει ξανά και ξανά τα τεκταινόμενα σε ένα τηλεπαιχνίδι ήταν η τηλεόραση κυρίως μέσω των μεσημεριανών εκπομπών, πράγμα που προσέφερε χαμηλή ή καθόλου διάδραση. Σήμερα όμως στην εποχή του Facebook και του Twitter, η δυνατότητα αναπαραγωγής, διαστρέβλωσης και διόγκωσης ενός γεγονότος, μια είδησης ή εν τέλει μιας φράσης σε μια «ιδιωτική» συνομιλία σε ένα τηλεπαιχνίδι είναι μεγάλη και οι συνέπειες είναι πολλές φορές βίαιες και μη αναστρέψιμες. Ο ούτως ή άλλως παραμορφωτικός φακός ενός, αναγκαστικά, «άγρια» μονταριζόμενου προϊόντος περνάει από πολλαπλή παραμόρφωση ξανά και ξανά από το ίδιο το τηλεοπτικό κοινό. Ένα σωματικό ελάττωμα, μια κακή επίδοση σε ένα αγώνισμα, μια βρισιά πάνω στα νεύρα μπορούν να γίνουν viral memes (τι;) για μέρες, η Χριστίνα Λαμπίρη θα βγάλει «αποκλειστικά» τον πρώην σύντροφο της διαγωνιζόμενης στο τηλέφωνο να μας πει για την καθημερινότητά της, ενώ η μητέρα του έτερου διαγωνιζόμενου θα ορκιστεί σε απευθείας μετάδοση για το «πόσο καλός και υπάκουος μαθητής» ήταν ο γιος της. Την ίδια ώρα στα social media η «Ευρυδίκη» θα είναι για κάποιους μια «@γ@μητη πουτ@^@» (ενδιαφέρων συνδυασμός είναι αλήθεια), ενώ «ο Κινέζος τον παίρνει». Η αδηφάγα, μισανθρωπική, «σκατόψυχη» ελλείψει καλύτερης λέξης, σύγχρονη εκδοχή του κουτσομπολιού. Τα υποκείμενα που δρουν σε ένα παιχνίδι με ορούς κατασπάραξης του διπλανού «μέσα», γίνονται με τη σειρά τους αντικείμενα κανιβαλισμού «έξω».
Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα. Το Survivor είναι απλά ένα τηλεοπτικό παιχνίδι ή «παράγει ιδεολογία»; Ο Σκάι και η εταιρεία παραγωγής θέλουν απλά να βγάλουν ένα κάρο λεφτά ή θέλουν να μας «αποβλακώσουν για να μην αντιδρούμε στα μνημόνια». Και δηλαδή αν δεν υπήρχε Survivor «ο κόσμος θα ήταν στους δρόμους» και θα «ανατρέπαμε τον καπιταλισμό»;
Η ιστορία έχει δείξει ότι η ιδεολογική λειτουργία των δημόσιων θεαμάτων είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό τους. Συμβάλλει στην αναπαραγωγή των κοινωνικών προτύπων και δίνει το γενικό «τόνο» στους «από κάτω». Οι δημόσιοι απαγχονισμοί πχ. στο Μεσαίωνα, μολονότι «διασκεδαστικό» θέαμα, εξυπηρετούσαν την αναπαραγωγή του φόβου. Όμως στη σύγχρονη εποχή, θεωρώ ότι ο παραγωγός ενός τηλεοπτικού προϊόντος αποσκοπεί πρωτίστως στην αποκόμιση άμεσου κέρδους και λιγότερο στην ιδεολογική προπαγάνδα. Δε λέω ότι αυτό δεν υπάρχει, λέω ότι μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Τρανταχτό παράδειγμα. Σε πρόσφατο επεισόδιο του σόου, όπου προσφέρθηκε στους συμμετέχοντες μια έκτακτη βραδιά χαλάρωσης με όλες τις ανέσεις του πολιτισμού, οι παίκτες κλήθηκαν να τραγουδήσουν, χαβαλετζήδικα, από ένα τραγούδι. Ένας από αυτούς επέλεξε τη Μπαλάντα του Κυρ-Μέντιου του Ν. Ξυλούρη. Σαν να μην έφτανε αυτό είπε: «Θα σας πω τη Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου, από Σφακιανάκη». Για να κάνουμε σαφές το μέγεθος της ειρωνείας πρόκειται για το τραγούδι που περιλαμβάνει τους στίχους «Και στον πόλεμο όλα για όλα, κουβαλούσα πολυβόλα, να σκοτώνονται οι λαοί, για τ’ αφέντη το φαΐ» και για το ίδιο ποίημα του κομμουνιστή ποιητή Κώστα Βάρναλη που λίγες αράδες πιο κάτω λέει μεταξύ άλλων: «Κι ο παπάς με την κοιλιά του, μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του, και μου μίλαε κουνιστός: “Σε καβάλησε ο Χριστός”». Δεν περιμέναμε βέβαια από έναν παίκτη ριάλιτυ να «νιώσει» τι τραγουδάει (εδώ δεν «ένιωσε» ο ίδιος ο, κατά διαδοχικές δηλώσεις του «άθεος», «12θεϊστής», «χρυσαυγίτης» αοιδός που το επανεκτέλεσε). Πρόκειται όμως για ένα δείγμα χαρακτηριστικό της νοοτροπίας των παραγωγών. Αν ο επιχειρηματίας των ΜΜΕ μπορούσε να βγάλει λεφτά προβάλλοντας όλη μέρα Ταρκόφσκι ή την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν, θα το έκανε. Όχι γιατί θα ήθελε να ανυψώσει το πολιτιστικό επίπεδο των τηλεθεατών αλλά γιατί θα γέμιζε μηδενικά τον τραπεζικό του λογαριασμό. Αν μπορούσαν να μας πουλήσουν το «Δεκέμβρη του ’44» σε τηλεοπτική σειρά, θα το έκαναν.

Όμως, λένε ότι «The Revolution won’t be televised» («Η Επανάσταση δε θα προβληθεί στην τηλεόραση»).

Ούτε όμως θα αποτραπεί απ’ αυτήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: