Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

7 Γίγαντες στο SS-Cyrenia



Μερικοί άνθρωποι στην παιδική, εφηβική ή νεανική τους ηλικία έχουν στο δωμάτιο τους αφίσες. Αφίσες της αγαπημένης τους ποδοσφαιρικής ομάδας, του μουσικού τους συγκροτήματος, ή ακόμα της/του αγαπημένου τους ηθοποιού/πορνοστάρ.
Εγώ πάλι από το Γυμνάσιο μέχρι που μετακόμισα απ’ το πατρικό σπίτι (χοντρικά την χρονική περίοδο 15-28 ετών) είχα αυτό:


Όχι γιατί δεν ένιωθα ότι η καλοπροαίρετη εξωϊστορική ρομαντικότητα του Ρούσο είναι αυτό ακριβώς, μια εξωϊστορική αναδρομική ευχή να μην είχε «παιχτεί μαλακία» κάπου στις απαρχές (για την ακρίβεια λίγο αργότερα) της ανθρωπότητας, και ο «γιωτάς» που ρίζωσε τους πασσάλους να ήταν λιγότερο «άνιωστος», αλλά διότι παρ’ όλα αυτά («nevertheless») το έβρισκα ένα γαμάτο κείμενο που με ταρακούνησε όταν το πρωτοδιάβασα, σε ένα εγχειρίδιο ιστορίας Λυκείου που είχε πέσει στα χέρια μου τυχαία.
Όμως τα πράγματα πήραν περίεργη τροχιά το πρωί της Τρίτης 25 Ιουλίου 2006, όταν άνοιξα το Ριζοσπάστη και στη σελίδα 12 βρήκα αυτό:

Γιατί αποχωρούν από το ΝΑΡ

Επτά στελέχη του ΝΑΡ συνυπογράφουν κείμενο με τίτλο «Για τους λόγους της αποχώρησής μας από το ΝΑΡ». Το κείμενο αυτό έχει ως εξής:

«Σήμερα είναι κοινότοπη η διαπίστωση ότι το Νέο Αριστερό Ρεύμα βρίσκεται σε βαθιά και παρατεταμένη κρίση. Η κρίση αυτή δεν είναι νέα αλλά είναι το επιστέγασμα σοβαρότατων προβλημάτων και βαθιών αντιθέσεων που προϋπήρχαν και που σήμερα βγαίνουν, υπό την πίεση της πραγματικότητας, με οξύτητα στην επιφάνεια. Το ΝΑΡ γεννήθηκε σε μια δύσκολη συγκυρία για το κομμουνιστικό ρεύμα συνολικά. Σε εκείνη τη συγκυρία επιδίωξε να απαντήσει στο ποια ήταν τα αίτια της ήττας και της υποχώρησης και με ποιο τρόπο μπορεί να επαναθεμελιωθεί σε μια πιο ώριμη και ισχυρή βάση το κομμουνιστικό ρεύμα. Όμως, το εγχείρημα αυτό από τα πρώτα του βήματα ουσιαστικά αυτοϋπονομεύτηκε καθώς εκδηλώθηκε και κυριάρχησε μία πανσπερμία απόψεων που εν τέλει αμφισβητούσαν τον κομμουνιστικό και μαρξιστικό χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος και τσαλαβουτούσαν σε κάθε τυχάρπαστη, παλιά ή νέα, "νεοαριστερή", ελευθεριακή ή αναρχοαυτόνομη θεωρία. Αυτό οδήγησε σύντομα στο χάσιμο κάθε εργατικής βάσης και ταξικής αναφοράς και στη μετατροπή του ΝΑΡ σε μια οργάνωση μικρο-αστικής και ιδιαίτερα νεολαιίστικης κοινωνικής σύνθεσης. Οι αντιφάσεις αυτές εντάθηκαν τα τελευταία χρόνια καθώς το κεφάλαιο όξυνε την επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη και το ΝΑΡ αποδεικνυόταν ανίκανο να συμβάλει δημιουργικά, εκτός από βραχύβιες κινηματικές αναλαμπές, στην ανατροπή της επίθεσης αυτής. Το αποτέλεσμα είναι η σημερινή κατάσταση της ανοιχτής έκρηξης όλων των εσωτερικών αντιθέσεων και μάλιστα με την υιοθέτηση των πιο αντισυντροφικών, ανοιχτά υπονομευτικών και ταυτόχρονα γραφειοκρατικά αντιδημοκρατικών ενεργειών, ιδιαίτερα από τις ελευθεριακές και αναρχοαυτόνομες τάσεις και ομάδες αλλά και από αυτή του συμβιβασμού χωρίς αρχές.
Βασική αφετηρία των προβλημάτων του ΝΑΡ υπήρξε η θεωρητική και οργανωτική υποτίμηση της σημασίας και του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης. Στα πλαίσια του ευρύτερου αγνωστικισμού που διέπει το ΝΑΡ, η εργατική τάξη δεν μπορεί να οριστεί αλλά ούτε ουσιαστικά αναγνωρίζεται από την πλειοψηφία του ΝΑΡ σαν η κοινωνική επαναστατική πρωτοπορία. Αντίθετα, ιδιαίτερα για τις αγνωστικιστικές και τις ελευθεριακές τάσεις η εργατική τάξη θεωρείται ενσωματωμένη και είτε βαφτίζονται "εργατική τάξη" διάφορα μεσαία στρώματα που σήμερα τμήματά τους έχουν τάσεις προλεταριοποίησης (π.χ. μηχανικοί κλπ.) είτε το "νέο επαναστατικό υποκείμενο" αναζητιέται στην "άγρια νεολαία" ή σε κάθε λογής νέα μόδα.
Συναφές πρόβλημα αποτελεί η σαφής άρνηση του μοντέλου του κόμματος νέου τύπου και η γενικότερη υποτίμηση της ίδιας της έννοιας της οργάνωσης σε πολιτικό, θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο. Αυτό κρύφτηκε αρχικά πίσω από νεφελώδεις αναζητήσεις για τη σχέση κόμματος - μετώπου αλλά κατέληξε εν τέλει στη διάχυση της οργάνωσης μέσα σε κάθε είδους μετωπικές πρωτοβουλίες (πολλές από τις οποίες ήταν ανταγωνιστικές) που μάλιστα στο τέλος κάθε ομάδα και τάση είχε και διαχειριζόταν τις δικές της κάτω από μια επίπλαστη ενότητα. Η άρνηση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και η μικροαστική ελευθεριακότητα κατέστησαν το ΝΑΡ ένα χαλαρό δίκτυο ομοσπονδιακής μορφής, οδήγησαν στην πλήρη αποσύνθεση της ενιαίας λειτουργίας, στη δημιουργία νοσηρού εσωοργανωτικού κλίματος και στη διαπαιδαγώγηση γενιών νέων αγωνιστών σε αυτές τις στρεβλές αντιλήψεις. Το αποκορύφωμα είναι η ανοιχτή και ανεμπόδιστη έκφραση αντιλήψεων ξένων προς την Αριστερά (στην καλύτερη περίπτωση αφελούς, στη χειρότερη ύποπτης προέλευσης) με κορυφαίο παράδειγμα γνωστή αντίληψη για το κυπριακό και τα εθνικά, δίχως φυσικά να παίρνονται πολιτικά μέτρα παρά κάποιες εσωτερικές, φραστικές δήθεν αποκηρύξεις τους.
Στο θέμα της σχέσης της στρατηγικής και τακτικής, το ΝΑΡ επανέλαβε λάθη που έχουν κάνει κατά καιρούς συνιστώσες του κομμουνιστικού κινήματος. Η δράση του χαρακτηρίζεται από μια εγγενή αντίφαση - αφενός την αποθέωση της στρατηγικής απάντησης, του προτάγματος της αντικαπιταλιστικής επανάστασης παντού και πάντα και αφετέρου την αποθέωση των άμεσων κινημάτων, με αποτέλεσμα την εντελώς βραχυπρόθεσμη τακτική στους μεμονωμένους χώρους. Στο κλασικό και από κάθε πλευρά πολύτιμο έργο του Λένιν "Τι να κάνουμε" περιγράφονται εύγλωττα οι δυο αυτές όψεις του ίδιου νομίσματος και συνιστούν την πραγματικότητα του ΝΑΡ: ο εμπειρισμός και ο χειροτεχνισμός. Το ΝΑΡ αρνήθηκε στην ουσία την αναγκαιότητα συγκρότησης πολιτικού προγράμματος εξουσίας και κατέληξε σε αγνωστικιστικές και κινηματίστικες αντιλήψεις.
Από την άλλη επέλεξε να αρνηθεί το ρόλο της επαναστατικής θεωρίας για την επαναστατική πράξη. Η πλειοψηφία του δυναμικού του εδώ και χρόνια έχει διαρρήξει τις σχέσεις της με την επιστημονική θεωρία του μαρξισμού - λενινισμού, ως επαναστατική θεωρία του κομμουνιστικού κόμματος και της εργατικής τάξης. Πρόσφατα άλλωστε στο 2ο Συνέδριο, το σώμα κλήθηκε να παρακολουθήσει θεωρητικές ακροβασίες για το "ξεπερασμένο" του δίπολου βάσης -εποικοδομήματος, ενώ στον προσυνεδριακό διάλογο με σαφήνεια διατυπώθηκε η θέση για την αναγκαιότητα ξεπεράσματος του ιστορικού μαρξισμού. Όλα αυτά δείχνουν πλέον ότι το ΝΑΡ δεν είναι και δεν επιθυμεί να γίνει οργάνωση κομμουνιστική, αλλά έχει συμβιβαστεί σε μια νεοαριστερίστικη σούπα που εμπνέεται από τα κελεύσματα της αστικής ιδεολογίας για την πρόκληση του μεταμοντέρνου. Αυτή η αποστασιοποίηση από το ιστορικό φορτίο της κομμουνιστικής αριστεράς εκφράζεται πολλαπλώς. Η υποτίμηση κάθε ιστορικού ρεύματος της κομμουνιστικής αριστεράς της χώρα μας, η πλήρης απομάκρυνση από τον εργατικό - λαϊκό πολιτισμό και η ολοκληρωτική υπαγωγή στη μικροαστική και αστική κουλτούρα, η τουλάχιστον καθυστερημένη και άτονη πολιτικά ενεργοποίηση στο ζήτημα του αντικομμουνιστικού μνημονίου αποτελούν εκφάνσεις αυτής της ήδη μακρόχρονης απομάκρυνσης από τις παραδόσεις της κομμουνιστικής αριστεράς.
Όλοι όσοι υπογράφουμε το κείμενο αυτό είχαμε, σε διαφορετικές συγκυρίες, καταθέσει τις ριζικές μας διαφωνίες για την πορεία του ΝΑΡ. Παρ' όλα αυτά παραμέναμε στο εσωτερικό του θεωρώντας ότι μπορούσαμε να συμβάλουμε στην αντιστροφή αυτής της πορείας, στον αναπροσανατολισμό προς τον μαρξισμό - λενινισμό, στην προσέγγιση με το ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα μέσα από μια επιστημονική μελέτη των λαθών και των αδυναμιών του. Για το λόγο αυτό συμμετείχαμε στο 2ο Συνέδριο, όσο και αν καταλαβαίναμε ότι οι αγωνίες και οι αντιλήψεις μας εδώ και χρόνια μειοψηφούσαν. Πλέον ύστερα από το 2ο Συνέδριο θεωρούμε ότι μπήκε τελεσίδικα ταφόπλακα σε κάθε πιθανότητα μετεξέλιξης του ΝΑΡ σε κομμουνιστική κατεύθυνση. Η εκτίμησή μας αυτή στηρίζεται στα εξής δεδομένα.
Η επικράτηση των πλέον αντεπαναστατικών αντιλήψεων αποκλείει κάθε προσπάθεια να υπάρξει στροφή προς μια επαναστατική κατεύθυνση. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα συσχετισμών, αλλά αναφερόμαστε στη συνολική πολιτική κουλτούρα των τοποθετήσεων, το νοσηρό κλίμα αυτοϊκανοποίησης με κορυφαία στιγμή την πασαρέλα των υποψηφιοτήτων για τη νέα Πολιτική Επιτροπή, την άρνηση της πλειοψηφίας να αποτιμήσει κριτικά την τελευταία περίοδο του ΝΑΡ. Η επικράτηση των Θέσεων της Πολιτικής Επιτροπής προξενεί θυμηδία, καθώς πρόκειται για ένα φλύαρο αμετροεπές κείμενο, απομακρυσμένο από τον μαρξισμό - λενινισμό, πλήρως υποταγμένο σε αναρχοαυτόνομες, μικροαστικές και αριστερίστικες αντιλήψεις. Όσο απουσιάζει μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης περισσεύουν τα μεγάλα λόγια, οι γενικεύσεις, οι επικλήσεις και η αίσθηση ότι τώρα ξεκινάμε. Υστέρα από 17 χρόνια ύπαρξης το ΝΑΡ αρέσκεται να επαινεί τον εαυτό του γιατί θέτει "νέα ερωτήματα" ή "νέα κριτήρια" αλλά δε στέκεται κριτικά μπροστά στην αδυναμία του να δώσει εδώ και χρόνια απαντήσεις. Επίσης η κίνηση που εκδηλώθηκε με το κείμενο διαφωνίας που κατατέθηκε είναι πίσω από τις απαιτήσεις της κρίσης του ΝΑΡ και τελικά εγκλωβίστηκε σε άτολμους τακτικούς συμβιβασμούς και δισταγμούς. Το αποτέλεσμα είναι να δίνει μια επίφαση κομμουνιστικής αναφοράς σε έναν πολιτικό χώρο που ουσιαστικά την απεχθάνεται.
Για όλους τους παραπάνω λόγους δηλώνουμε την αποχώρηση μας από το ΝΑΡ και τη νΚΑ, δίχως να αρνούμαστε τη διαδρομή μας, τις ευθύνες μας και τα λάθη μας. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την υπόθεση του μαρξισμού - λενινισμού και του κομμουνισμού μέσα στο ιστορικό ρεύμα που εκφράζει το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα και που συσπειρώνει σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.»

Αυτό ήταν.

Σε μια εποχή που μόλις είχε συμβεί ο «Μαηούνης», με ότι αυτό συνεπάγεται για την ώσμωση μου με τον εαακίτικο-ευρύτερο αριστερίστικο χώρο, και τις όντως υπαρκτές τριβές που δημιούργησε στις πολιτικές γραμμές πολλών πολιτικών χώρων, ήταν το απόλυτο «ιδανικά ηδονικό» κείμενο ικανό να προκαλέσει ρίγη συγκίνησης, «goosebumps» και δε συμμαζεύεται. Θες ουσιαστικά; με τα to the point ζητήματα που έβαζε; θες «συνδικαλιάρικα» γιατί «τάπωνε» όποιο ναρίτη (της τότε* κεντρίστικης και της τότε μεταμοντέρνας-αριστερίστικης φράξιας που τότε συνπλειοψηφούσαν απέναντι στην τότε «μη αντι-ΚΚΕ» φράξια) έβρισκα μπροστά μου; Στην τελική θα αρκούσε και μόνο ο τρόπος που κλείνει  το κείμενο, με την επίκληση των «λαϊκών στρωμάτων». Τότε μπορεί να μην είχα το ψευδώνυμο, και ούτε σχεδίασα να ανοίξω blog. Ωστόσο η φρασεολογία αυτή ήταν «βούτυρο στο ψωμί» μου.
Για τις επόμενες μέρες, και αφού φωτοτύπησα σε Α3 το ολοσέλιδο άρθρο των «7» μπήκα σε ένα φοβερό δίλημμα. Να κατεβάσω από τον τοίχο του δωματίου το επίσης σε Α3 συναισθηματικής φύσεως κείμενο του Ρουσώ με το οποίο «ανδρώθηκα» κλπ κλπ και να βάλω το κείμενο των 7 το οποίο με αντιπροσωπεύει, πολιτικά, καλύτερα στην τρέχουσα συγκυρία;
Τελικά ο Ρουσώ παρότι, μεταξύ μας, σήμερα θα ήταν κάτι ανάμεσα σε Νώντα Σκυφτούλη, Ζωή Κωνσταντοπούλου και Μπέρνι Σάντερς (στην «καλύτερη»), παρέμεινε στη θέση του. Όμως το κείμενο των 7 πήρε μια άλλη θέση. Καθότι στο πορτοφόλι μου ουδέποτε είχα φωτογραφίες συγγενικών ή «γκομενικών» προσώπων, αποφάσισα εφεξής να κουβαλάω το «Κείμενο των 7», να το έχω πάντα μαζί σαν ένα «Σύντομο Εγχειρίδιο (Ταπώματος) του (Τότε) Αριστερισμού». Αν κάτι σας θυμίζει ο τίτλος, καλώς σας το θυμίζει.
Έτσι, έκτοτε, έγινε εκτεταμένη χρήση του κειμένου, είτε σε τσίπουρα στο Μπιτ Παζάρ όταν άναβε η κουβέντα, είτε σε ολονύχτιες συζητήσεις σε σπίτια σαν άσσος απ’ το μανίκι (ή μάλλον απ' το πορτοφόλι), είτε σε κεφαλόσκαλα Πολυτεχνείου ΑΠΘ, σαν ιδιότυπο «warm up» πριν από τα, δυνητικά ή πραγματικά, «ξύλα».
Από τότε βέβαια κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι. Το ακριβό μας ΝΑΡ αφού σωστά διέγνωσε (διέγνωσε;) ότι ο ιδεολογικός αγνωστικιστικός αρτζι-μπουρτζι-και-λουλα-ισμός «δεν έρχεται απ' το μέλλον» είπε να κάνει στροφή 785 μοιρών. Έκανε 3ο συνέδριο και προσέθεσε στον τίτλο του αυτό που είχαν διαγνώσει οι «7» ότι «απεχθάνεται», τη λέξη «κομμουνιστικό» («για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση»). Πραγματικά; Πουλώντας τρέλα; Ποιος τους ξέρει; Αφού ούτε και σήμερα το ΝΑΡ έχει τα χαρακτηριστικά (μαζικότητα, ιδεολογία, πολιτικό πρόγραμμα και καμιά 200αριά άλλα) χαρακτηριστικά ενός φυσιολογικού «επαναστατικού» (ή και επαναστατικού) κόμματος της προκοπής. Μετά την εκδίωξη/εθελούσια έξοδο των μεταμοντέρνων, οι κεντριστές «παππούδες», των οποίων οι παλινδρομήσεις κατά καιρούς έκαναν τον Φουκώ και το Εκρεμμές του να ωχριούν μπροστά τους, άλλαξαν για νιοστή φορά πλευρά επιλέγοντας να συμμαχήσουν με τους πιο old school παραδοσιακούς «κομμουνιστές» (όσους τελοσπάντων δεν είχαν αποχωρήσει νωρίτερα).
Μόνο που πλέον τώρα η κατάσταση δεν ήταν η ίδια. Η «μπάλα» που παιζόταν στην «αριστερά» δεν ήταν επιπέδου Γ’ Εθνικής. Στην εποχή των Μνημονίων, με τη ραγδαία άνοδο του Σύριζα, τους τρανταγμούς στο εσωτερικό (και εξωτερικό) της Ανταρσύα(ς), το περιβόητο «με ποιον είμαστε» έγινε εξίσωση για δυνατούς λύτες. Σαφώς επηρεαζόμενο και από το ρουά-ματ που έκανε το ΚΚΕ σε όλο τον αριστερισμό (μ-λ, τροτσκιστές κ.α.) με την επικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό του Προγράμματος του και την κριτική εξέταση της ιστορίας του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, το ΝΑΡ προσπάθησε να βρει ζωτικό χώρο. Και αφού δεν υπήρχε πλέον χώρος στα αριστερά (της αριστεράς) παρά μόνο για τον Σάββα Μιχαήλ (άντε και την ΟΚΔΕ-«σκέτη», χαριστικά), μετατοπίστηκε δεξιά. Παρά το ότι ακόμα και οι υπερδεξιοί σύμμαχοί του (ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ) το εγκατέλειψαν για άλλες, λαφαζανικές πολιτείες, κατηγορώντας το για… «επαναστατική καθαρότητα». Τόσα χρόνια διαφήμισης και προώθησης μιας υπερεπαναστατικής, «απογειωμένης», «ελευθεριακής», «ταπανταολικής» φυσιογνωμίας (πραγματικής ή ντεμέκ) πετάχτηκαν στο κάλαθο των αχρήστων. Σαν να μη συνέβη τίποτα όλα αυτά τα χρόνια, σα να μην βγήκε κανένα δίδαγμα από την κριτική επανεξέταση των (υπαρκτών) λαθών του ΚΚΕ και του κινήματος (για τον «κυβερνητισμό» κλπ), το ΝΑΡ και κατ’ επέκταση η Ανταρσύα επαναλαμβάνουν (και μάλιστα σε κακέκτυπη μορφή) τα περί σταδίων, κάνουν «17 ώρες διαπραγμάτευση» με το Λαφαζάνη για πιθανές εκλογικές καθόδους κλπ. Το «αντίδοτο» στην αεροκοπανιστή υπερεπαναστατικότητα της δεκαετίας του ’90 ήταν η συμμετοχή στις προ-δημοψηφισματικές φιέστες του Τσίπρα και του Καμμένου το 2015.
Last but not least, το ΝΑΡ έκανε αυτό που δε φανταζόμασταν ούτε στους πιο τρελούς μας εφιάλτες. Λόγω των παλινωδιών του (απόρροια των φραξιονιστικών αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό του) σχετικά με τη συνεργασία με τη ΛΑΕ (ναι, της Ραχήλ Μακρή, αυτή τη ΛΑΕ) έκανε το ΣΕΚ να φαίνεται πιο… «αριστερό» από το ίδιο. Ποιό; Το ΣΕΚ! Τον διαχρονικό πασοκοειδή περίγελο του εξωκοινοβουλίου. Η περίπτωση του ΝΑΡ είναι η επιβεβαίωση της λαϊκής ρήσης «Είπανε της γριάς να χεστεί και αυτή ξεκωλώθηκε».
Αλλά ας επιστρέψουμε στο «Κείμενο» και τον Ιούλη του 2006. Τα επόμενα χρόνια μπήκα στη διαδικασία μέσω γνωστών και φίλων να ψάξω και να συναντήσω όσους μπορώ από τους υπογράφοντες. Δυο-τρεις όντως τους συνάντησα. Και ήταν όλοι τους (και αυτοί που τελικά δεν εντόπισα) μια χαρά παιδιά. Δεν έχουν όλοι τις ίδιες απόψεις με τότε, και φαντάζομαι ένας-δυο απ’ αυτούς δεν θα συνυπέγραφαν ένα τέτοιο κείμενο σήμερα. Ένα κείμενο που όμως, όπως θα λέγαμε με στόμφο «είναι πιο επίκαιρο παρά ποτέ». Μπα, ψέματα, δεν είναι τόσο επίκαιρο παρά ποτέ. Είναι απλώς επίκαιρο. Δεν κινδυνεύουμε σήμερα (σαν… έθνος) τόσο από τον όντως απάλευτο μεταμοντέρνο αγνωστικίστικο υπεραριστερισμό, όσο από τις τάσεις υποταγής και ενσωμάτωσης στο ρεφορμισμό, τον λαφαζανισμό, τον ζωηκωνσταντοπουλισμό, τον ραχηλμακρισμό**.


Υ Γ. Αξίζει να διαβάσετε και το σχετικό αφιέρωμα του Σφυροδρέπανου για το θέμα, από το οποίο εγώ ξεχώρισα την ακροτελεύτια παράγραφο «Κι όσο για κουκουνάρια, δε νομίζω πως υπάρχουν πια, ούτε καν ως προστατευόμενο πολιτικό είδος υπό εξαφάνιση. Ιδίως από τη στιγμή που ακόμα κι η αναρχίζουσα χαριτάση φαντάζει ως ευχάριστη, σοβαρή, νοσταλγική νότα από το παρελθόν, κάτι σαν το Ναρ που γνωρίσαμε (και δεν αγαπήσαμε), αλλά ήταν τουλάχιστον (κάτι σαν) αριστερισμός και σημείο αναφοράς».

*Η επανειλημμένη χρησιμοποίηση του «τότε» έχει να κάνει με το γεγονός ότι παρότι χοντρικά μπορεί να πει κάποιος ότι πάνω-κάτω οι ίδιες τάσεις (με διαφορετική ποσόστωση στην ηγεσία) υπάρχουν και σήμερα, όμως η πολιτική (λιγότερο η ιδεολογική) τους γραμμή, όπως και τα πρόσωπα που τις αποτελούν έχουν αλλάξει άρδην. Το ίδιο και η προσωπική μου στάση απέναντι σ’ αυτές/αυτά.

**Αυτά είναι! Γράφεις ένα ολόκληρο επετειακό κείμενο για να την «πεις» στους μεταμοντέρνους και μετά τους βγάζεις λάδι γιατί μερικοί (όχι πάντως οι υπογράφοντες) «μη μεταμοντέρνοι» φίλοι σου γίναν φιλολαφαζανικοί. Ωραίος είσαι ρε Στρώμα!